
Αυτές τις μέρες του Σεπτεμβρίου η μνήμη μας κάνει το ετήσιο ευλαβικό προσκύνημα στα ματωμένα χώματα της Ιωνικής γης, εκεί που χτυπά ακόμα η καρδιά των ανεκπλήρωτων πόθων και ανθίζουν τα κρίνα της νοσταλγίας ποτισμένα από το άλικο αίμα των μαρτυρικών προγόνων μας.
Η Μικρασιατική τραγωδία έρχεται και πάλι στο ιστορικό προσκήνιο για να θυμίζει στους νεοέλληνες ποιες είναι διαχρονικά οι συνέπειες του επάρατου διχασμού.
Και κάπου εκεί ορθώνεται μεγαλοπρεπής μα και καταματωμένη η μορφή του κορυφαίου μάρτυρος της Ελληνοορθοδοξίας στον 20ό αιώνα, του Δεσπότη της Σμύρνης Χρυσοστόμου.
Δε φορά την Αρχιερατική Μήτρα, αλλά το ακάνθινο στεφάνι του μαρτυρίου για την αγάπη του Χριστού και της Ελλάδος.
Το μαρτύριο του Χρυσοστόμου δεν συνέβη, όμως, άπαξ. Τα τελευταία δεκαεπτά χρόνια επαναλαμβάνεται διαρκώς από τις ανοίκειες πράξεις αγιομαχίας ελαχίστων, ευτυχώς, θρησκευτικά φανατισμένων ανθρώπων, οι οποίοι, ασφαλώς, επ’ ουδενί μπορούν να κλονίσουν την εκπεφρασμένη λαϊκή Εκκλησιαστική συνείδηση περί της αγιότητος του προσώπου και της υπέρ πίστεως, αλλά και πατρίδος, θυσίας του.
Κατά την διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας το βασικό και