8/10/10

Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΥ ΒΑΘΟΥΣ» ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΣΤΙΣ ΕΛΛΗΝΟ -ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

του Γρηγόρη Τζανέτου
Την ίδια περίοδο που η ελληνική εξωτερική πολιτική χειμάζει αποκλεισμένη μέσα στο παγωμένο και ακίνητο τοπίο της ΚΕΠΠΑ (Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ), η τουρκική εξωτερική  αναπτύσσει ραγδαία το «Στρατηγικό της Βάθος», σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, με άξονα τα Βαλκάνια. Η αλλαγή που συντελείται στην τουρκική εξωτερική πολιτική σήμερα, με εμπνευστή της τον  υπουργό Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου, επιδιώκει να τοποθετήσει την Άγκυρα στο επίκεντρο της εξέλιξης του διεθνούς συστήματος και της πολιτικής που το διαμορφώνει μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η νέα εξωτερική πολιτική της Άγκυρας, φιλοδοξεί να αποτελέσει τον κύριο βραχίονα στήριξης του ισλαμικού ρόλου στην παγκόσμιας τάξη και μέσα από αυτήν την επιδίωξη να εγκαταστήσει τη νεο-ισλαμική πολιτική ελίτ της Τουρκίας σε θέση ισότιμου συνομιλητή με τις παγκόσμιες δυνάμεις.
Η πολιτική ευφυϊα του Νταβούτογλου εκδηλώνεται, με την ικανότητά του να τοποθετεί τον στρατηγικό του αυτό σχεδιασμό μέσα στη ροή των παγκόσμιων εξελίξεων που δρομολογήθηκαν μετά την πτώση του τοίχους του Βερολίνου και να διεκδικεί, κατά ένα μέρος, που θεωρεί ότι αναλογεί στην Άγκυρα, την τουρκική πολιτική ταυτότητα του καινούργιου κόσμου που έρχεται. Ο Νταβούτογλου είναι πανεπιστημιακός καθηγητής και
διατυπώνει τη νέα αυτή στρατηγική σε κάθε της διάσταση, στο βιβλίο του: «Το Στρατηγικό Βάθος. Η Διεθνής Θέση της Τουρκίας».
Η διεθνής πολιτική του 21ου Αιώνα
Η πτώση του τοίχους του Βερολίνου, αποκάλυψε την ανθρώπινη αλήθεια όχι μόνο πίσω από το μέχρι τότε «σιδηρούν παραπέτασμα», αλλά και πίσω από τις «κουρτίνες» του φιλελεύθερου ιδεαλισμού της Δύσης. Πολύ πιο πριν, ίσως κάπου στο μέσον του Ψυχρού Πολέμου ή ακόμα νωρίτερα και  λίγο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ανθρωπότητα, παρά τις μεγαλόπνοες διακηρύξεις περί της ιδρύσεως του της κοινωνίας των Ηνωμένων Εθνών,  προχωρούσε ήδη σε μία νέα φάση εξέλιξης της πολιτικής της σκέψης, επηρεασμένης από το ρεαλισμό. Η εξέλιξη αυτή  επηρέασε όσο τίποτα άλλο τα κράτη και τις πολιτικές τους.
Τα δύο παγκόσμια πολιτικά κέντρα (Ουάσιγκτον και Μόσχα) σταδιακά άφηναν πίσω τον ιδεαλισμό τους για την ολοκλήρωση της Ανθρωπότητας, με τις διαφορετικές ιδεολογικές της εκφορές και προχώρησαν στον  ανταγωνισμό για την παγκόσμια κυριαρχία, προσαρμόζοντας την πολιτική τους κουλτούρα στον ρεαλισμό του Ψυχρού Πολέμου.
Ο πολιτικός ρεαλισμός (ενίοτε χρωματισμένος από τον  κυνισμό της πολιτικής σκοπιμότητας) ήταν το κοινό τους γνώρισμα, που επέτρεψε, κατά κάποιο τρόπο, την πολιτική επικοινωνία και την  εξισορρόπηση μεταξύ των δύο παγκόσμιων πολιτικών κέντρων στον Ψυχρό Πόλεμο, αποφεύγοντας τη μετάβαση στον θερμό πυρηνικό.
Ο πολιτικός τους ρεαλισμός, έκανε δυνατή την αμοιβαία κατανόηση των σκοπιμοτήτων και των αλληλοεξαρτώμενων καταστάσεων που δημιουργούσε ο ανταγωνισμός, για τη διατήρηση της «ισορροπίας του τρόμου», χωρίς η Ανθρωπότητα να περάσει ποτέ στο θερμό πυρηνικό πόλεμο! Παρ’ ότι όλα ήταν σχεδιασμένα για αυτόν, κάτω από το δόγμα της « Αμοιβαίας Εξασφαλισμένης Καταστροφής» των δύο αντιπάλων (Mutual Assured Distraction)!
Κατά μία βαθειά ιστορική παραδοξότητα, οι ιδεολογικοί αντίπαλοι υφίσταντο τις ίδιες επιρροές στην πολιτική τους σκέψη από ένα «μείγμα» πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών επιδιώξεων, για την υπερίσχυση του ενός επί του άλλου. Το «μείγμα» αυτό εκδηλωνόταν μέσα από τον ρεαλισμό της ψυχροπολεμικής πολιτικής. 
Έτσι βλέπουμε ότι ο πολιτικός ρεαλισμός στις διεθνείς σχέσεις εκείνης της περιόδου δεν ήταν απόλυτα συνυφασμένος με τα έθνη κράτη και τις εσωστρεφείς πολιτικές τους.
Αντίθετα, ο πολιτικός ρεαλισμός, ως επιδίωξη της ισχύος, εκδηλώνεται από εκείνη ακόμα την περίοδο, σε ένα ευρύτερο πεδίο πολιτικής εξωτερίκευσης και αλληλεπίδρασης των δυνάμεων μέσα στα όρια των δύο συνασπισμών Ανατολής και Δύσης και απορροφούσαν τις εθνικές επιδιώξεις των κρατών.
Συνεπώς, ο πολιτικός ρεαλισμός, ως επιδίωξη ισχύος, ήταν από τότε κιόλας συνδεμένος με τις παγκόσμιες πολιτικές των δύο υπερδυνάμεων και τις ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες μεταξύ τους, προς τις οποίες τα κράτη ήταν αναγκασμένα να προσαρμόζουν τις δικές τους ατομικές εθνικές επιδιώξεις.
Τα δύο παγκόσμια κέντρα της ψυχροπολεμικής περιόδου (Ουάσιγκτον και Μόσχα) διατηρούσαν παράλληλα στο πολιτικό τους «φόντο» ιδεαλιστικούς στόχους που αναφέρονταν σε φαντασιακούς τόπους ολοκλήρωσης  της Ανθρωπότητας, τους οποίους πρόβαλαν ως τον ιστορικό προορισμό των πολιτικών τους συστημάτων. Ήταν μία αόριστη υπόσχεση προς τις μάζες των πληθυσμών του πλανήτη, που νομιμοποιούσε τον ανταγωνισμό και τον τρόμο της απειλής πυρηνικού πολέμου. Ορισμένοι ισχυρίζονται ότι «το Σοβιετικό σύστημα ουδέποτε λειτούργησε πραγματικά» και η πτώση του οφείλεται στην «εξαφάνιση του οράματος (της χίμαιρας)» που κινητοποιούσε τις μάζες.
Σήμερα, το ιδεολογικό αυτό «φόντο» πίσω από τις  πολιτικές των δυνάμεων, απλώς, έχει ξεθωριάσει, αν δεν έχει σβήσει.
Όμως εκείνες οι επιρροές πολιτικού ρεαλισμού έκαναν δυνατή τη συνεννόηση μεταξύ των δύο παγκόσμιων κέντρων στους κώδικες του ανταγωνισμού, για τη διατήρηση της ισορροπίας και της σταθερότητας στις μεταξύ τους σχέσεις, παρά τις περιφερειακές κρίσεις. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε μία ολοφάνερη αντίφαση μεταξύ του πολιτικού ρεαλισμού των κυβερνήσεων και του ιδεαλισμού που εξέπεμπαν οι επίσημες ιδεολογίες των δύο συνασπισμών.
Βλέπουμε, έτσι, από την περίοδο ακόμα του Ψυχρού Πολέμου, τις ιδέες περί «ελευθερίας» του Ανθρώπου, να συνοδεύουν εικόνες φτώχειας και εγκληματικής βίας  των πληθυσμών της Λατινικής Αμερικής.
Βλέπουμε τις ιδέες περί «δημοκρατίας» να συνοδεύουν ειδήσεις για εκατοντάδες εξαφανίσεις αντιφρονούντων πολιτών στις δικτατορίες του Δυτικού Συνασπισμού, όπως της Χιλής του Προέδρου Πινοσέτ.
Και βλέπουμε τις γιορτές της εργατικής πρωτομαγιάς στα κομμουνιστικά καθεστώτα της Σοβιετικής Ανατολής, να συνοδεύουν απελάσεις αντιφρονούντων πολιτών, που καταγγέλλουν βασανισμούς, εκτελέσεις και εκτοπίσεις σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας εκατομμυρίων μελών της εργατικής τάξης. Ενώ μία νέα ελίτ ( η νομενκλατούρα) είχε εγκατασταθεί στην εξουσία της ΕΣΣΔ.

Ο  ρεαλισμός στην πολιτική των δύο συνασπισμών, έκανε δυνατή τη συνύπαρξη τέτοιων αντιφάσεων. Όπως έκανε δυνατή τη συνύπαρξη αυτών των δύο αντίθετων μεταξύ τους κόσμων, κάτω από την ίδια «ομπρέλα» του πυρηνικού τρόμου, για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αυτός ο πολιτικός ρεαλισμός, ήταν η εκδήλωση μίας βαθύτερης μεταστροφής της ανθρωπότητας προς τον ακραίο ρεαλισμό, αποδεχόμενη μοιρολατρικά το «τέλος όλων των θεών».
Πάνω σε αυτόν τον ακραίο ρεαλισμό δημιουργήθηκαν οι  προϋποθέσεις της «επόμενης μέρας», για τη μετά κομμουνισμό εποχή της πάλης για την απόλυτη οικονομική υπερίσχυση στο πεδίο του παγκόσμιου ανταγωνισμού της αγοράς. Η πολιτική παραμέριζε τις ιδεολογίες και σήμανε, κατά τον Fukuyama, το «τέλος της ιστορίας», δηλαδή το τέλος της πάλης των ιδεών, μαζί με το τέλος κάθε ιδεολογίας και του υποκειμένου, ανθρώπινου ή μεταφυσικού, που αυτές εξέφραζαν.

Η πολιτική της Δύσης αποχωρίστηκε από τις κοινωνίες και εξυπηρετεί πλέον μόνο τον υλικό σκοπό της που είναι η επιδίωξη της ισχύος και ο έλεγχος της τάξης.
Ο σύγχρονος πολιτικός  ρεαλισμός της Άγκυρας

Ο Νταβούτογλου δείχνει να επιχειρεί να αντιστρέψει αυτούς τους όρους οικοδόμησης της μεταψυχροπολεμικής  πολιτικής τάξης της Δύσης και να επανασυνδέσει την κοινωνία με την πολιτική, επιδιώκοντας έτσι μία νέα ισορροπία του Ισλάμ με τη Δύση στο φυσικό του χώρο της Ευρασίας. Στην πραγματικότητα αντιστρέφει την ίδια την πραγματικότητα, φέρνοντάς την στα μέτρα των γεωπολιτικών φιλοδοξιών της Άγκυρας.
Επιχειρεί να δημιουργήσει την πολιτική ψευδαίσθηση περί αναστροφής των όρων διαμόρφωσης της πολιτικής στην περιοχή, για να  διεκδικήσει τη διεθνή αναγνώριση της Άγκυρας, ως πολιτικού ισλαμικού πόλου στην Ανατολική Μεσόγειο. Ενεργοποιεί όλα τα διαθέσιμα πολιτικά και διπλωματικά μέσα και εισάγει στην πολιτική σκακιέρα νέα δεδομένα, όπως της ιστορίας, της γεωγραφίας και του πολιτισμού, επαναφέροντας την γεωπολιτική στις διεθνείς σχέσεις του 21ου αιώνα! Στην πραγματικότητα το οθωμανικό αποτύπωμα δεν υπάρχει σε αυτά τα δεδομένα με την ένταση και στο εύρος που ο Νταβούτογλου επικαλείται, αλλά η Άγκυρα επιχειρεί να τα διαμορφώσει τεχνητά, με δυναμικούς όρους γεωπολιτικής, που ασκεί το τουρκικό κράτος στην περιοχή.
Το «Στρατηγικό βάθος» που εμπνέει  τη νεο-ισλαμική πολιτική ελίτ της Άγκυρας, κινείται πάνω στις  συντεταγμένες του πολιτικού ρεαλισμού της ηγεμονικής δύναμης, με μοναδικό αντικειμενικό σκοπό: την ισχύ και την εμπέδωση μίας και μοναδικής πολιτικής  τάξης στους πληθυσμούς της περιοχής, στη θέση των κυρίαρχων κρατών τους: της νεο-οθωμανικής. Κάνοντας συνδυασμένη χρήση πολλών μέσων και δυνατοτήτων του τουρκικού κράτους, με γνώμονα τα «σταθερά δεδομένα» του οθωμανικού πολιτισμού, των ισλαμικών πληθυσμών, της οθωμανικής ιστορίας και της γεωγραφίας της περιοχής, που (κατά Νταβούτογλου) αφήνουν μέσα στο χρόνο το αποτύπωμα της Οθωμανική; Αυτοκρατορίας.
Ειδικότερα, μέσα από τις δυναμικές του «Στρατηγικού Βάθους» η τουρκική νέο-ισλαμική ελίτ αποσκοπεί: στην απόκτηση της αναγκαίας ισχύος για την εμπέδωση μίας μοναδικής πολιτικής  τάξης στον ευρύτερο χώρο που θα απορροφήσει τα κράτη. Τη διασφάλιση της διεθνούς πολιτικής εξουσίας και αναγνώρισης που θα της προσδώσει την πολιτική νομιμοποίηση μέσα στο νεο-οθωμανικό σχήμα διακυβέρνησης και την εξασφάλιση των μέσων που απαιτούνται για την επίτευξη του πολιτικού αυτού σκοπού.

Από αυτήν την οπτική πλευρά  το έργο του Νταβούτογλου  αντανακλά τον ίδιο αντικειμενικό σκοπό της παγκόσμιας πολιτικής της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, που είναι ο έλεγχος της τάξης στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο που εκτείνεται  στην Ευρασία.
Ο ίδιος αυτός αντικειμενικός σκοπός ωθεί τις δυτικές κυβερνήσεις σε διεύρυνση  των γεωγραφικών ορίων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προς τα Βαλκάνια και την Ασία, για να καλύψουν το «κενό» διεθνούς τάξης στην ευρωπαϊκή περιφέρεια από τη διάλυση του  Σοβιετικού μπλοκ.
Στον ίδιο αυτό χώρο αναπτύσσεται το «Στρατηγικό Βάθος». Η σύνδεση του ισλαμικού πολιτισμικού στοιχείου του πληθυσμού με τον πολιτικό ρεαλισμό του τουρκικού κράτους, αποτελεί τον  βασικό άξονα ανάπτυξης του Στρατηγικού Βάθους. Αυτός ο άξονας που συνδέει το πολιτισμικό (ισλαμικό και εν δυνάμει νέο-οθωμανικό) στοιχείο με τον πολιτικό ρεαλισμό του τουρκικού κράτους, για την επιδίωξη της ισχύος απέναντι στις ανταγωνιστικές δυνάμεις,  βρίσκει, κατά τον Νταβούτογλου, το ιστορικό του υπόβαθρο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην πολιτική του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ.
Ο Νταβούτογλου υποστηρίζει ότι η σημερινή Άγκυρα μπορεί να προσφέρει και πάλι στους ισλαμικούς πληθυσμούς της περιοχής την πολιτική που χρειάζεται, για να αποκτήσει ο ισλαμικός κόσμος ενεργό ρόλο στο διεθνές σύστημα. Εκείνο που συνέβη, τότε, επί Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απέναντι στη  δυτική αποικιοκρατία που επεκτεινόταν δυναμικά στο ίδιο πεδίο ανταγωνισμού της Ασίας, συμβαίνει και σήμερα, με τη διείσδυση της σύγχρονης Δύσης στην περιοχή.
Σύμφωνα με τον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών, μέσα στο ίδιο αυτό γεωπολιτικό πεδίο της Ευρασίας, προς τον οποίο διευρύνεται ο χώρος της σύγχρονης Δύσης, αναπτύσσονται, συνεπεία αυτής της διεύρυνσης,  ανταγωνιστικές δυνάμεις με τον ισλαμικό κόσμο της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής. Το πεδίο αυτό των ανταγωνισμών συμπίπτει με τον γεωπολιτισμικό χώρο του τουρκικού κόσμου.

Σύμφωνα με τον  Νταβούτογλου, ο ίδιος διευρυμένος χώρος προσφέρεται για νέα εξωτερική πολιτική, που θα «διευρύνει την κλίμακα των επιδιώξεων της Άγκυρας», ώστε να καταστεί και πάλι η ίδια πολιτικό κέντρο στον ιστορικό χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών χρησιμοποιεί το κοινωνικό και ιδιαίτερα, το πολιτισμικό στοιχείο, για να νομιμοποιήσει την Άγκυρα ως μοναδικό πόλο ενός ενδιάμεσου γεωπολιτικού  (νέο-οθωμανικού)  σχήματος, που θα μπει «μαξιλάρι» ανάμεσα στις δυτικές δυνάμεις και στους πληθυσμούς της Ανατολής, για να απορροφήσει τους ανταγωνισμούς  στη σχέση μεταξύ της Δύσης με το Ισλάμ.  Ο ίδιος αυτός πόλος, θα εξασφαλίζει την εσωτερική συνοχή του ισλαμικού κόσμου και θα του προσδίδει ισχυρό ρόλο στο διεθνές σύστημα, ως αυτοτελή γεωπολιτική οντότητα. 
Στο δυναμικό αυτό γεωπολιτικό πεδίο της Ευρασίας, ο ίδιος υποστηρίζει τον ισχυρό ρόλο που καλείται να διαδραματίσει ο νεο-οθωμανισμός, ο οποίος, με πολιτικό κέντρο την Άγκυρα, κινείται πάνω σε δύο στρατηγικούς άξονες:
- Των «εξωτερικών» σχέσεων του Ισλάμ με τη Δύση, όπου η Άγκυρα προβάλλει ως εγγυητής της σταθερότητας, προσδίδοντας έναν ισχυρό ρόλο στο Ισλάμ στο διεθνές σύστημα.
- Των «εσωτερικών» σχέσεων μεταξύ των στοιχείων του ισλαμικού κόσμου, όπου προβάλλει ως εγγυητής της συνοχής και της ειρήνης προσδίδοντας  ισχυρό ρόλο στο Ισλάμ στο παγκόσμιο σύστημα.

Για να το επιτύχει αυτό, ο Τούρκος εμπνευστής του «Στρατηγικού Βάθους» προτείνει έναν πολυδιάστατο συνδυασμό πολυποίκιλων πολιτικών και οικονομικών μέσων, δηλαδή οργανισμούς, πρωτοβουλίες  και συνασπισμούς συμφερόντων στην περιοχή, που θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί η Άγκυρα για την προώθηση του σκοπού της.
Τα μέσα αυτά, αν και εμφανίζονται αντιφατικά μεταξύ τους, ωστόσο υλοποιούν ένα παγκόσμιο όσο και περιφερειακό δίκτυο διακυβέρνησης, μέσα από μηχανισμούς συνεχούς διαβούλευσης που εγκαθιδρύουν, απορροφώντας τις αντιθέσεις μεταξύ των κρατών.

Ο ευρύτερος αυτός γεωπολιτικός χώρος που ενδιαφέρει την νεο-ισλαμική πολιτική τάξη της Άγκυρας, υπερβαίνει τα στενά όρια του σημερινού τουρκικού κράτους και  επεκτείνεται σε ολόκληρη την περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου, με άξονα τα Βαλκάνια. Είναι, δηλαδή,  επιδίωξη πολιτικών στόχων ηγεμονισμού, σε σχέση με τη γεωγραφία της ευρύτερης περιοχής και τους πληθυσμούς που κατοικούν σε αυτήν, τα οποία, σύμφωνα με τον Νταβούτογλου, αποτελούν «σταθερά δεδομένα» και στοιχεία γεωπολιτικής ισχύος της Άγκυρας.

Το «Στρατηγικό  Βάθος», συνεπώς, δεν έχει γνήσιο κοινωνικό περιεχόμενο και δεν εκφράζει πολιτικά βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες.  Επαναφέρει τις διεθνείς σχέσεις στον ηγεμονισμό των δυνάμεων του 20ου και του 19ου αιώνα και στο ρεαλισμό της πολιτικής τους, κατά την επιδίωξη της απόλυτης ισχύος. Το ανθρωπολογικό στοιχείο χρησιμοποιείται αυθαίρετα, ως θεωρητικό εργαλείο, για τη νομιμοποίηση του πολιτικού στόχου που πραγματεύεται.  Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η Άγκυρα δεν θα επιχειρήσει να διαμορφώσει τεχνητά ανάλογες συνθήκες, που να δικαιολογούν τη στρατηγική της στο πεδίο.
Ο τουρκικός  (νεο-οθωμανικός) πολιτικός ρεαλισμός και η σύνδεσή του με την ισλαμική κοινωνία
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, επιχειρεί να συνθέσει πίσω από την πολιτική επιδίωξη της Άγκυρας το  ιδεολογικό «φόντο»,  με  υποκείμενο τις κοινωνίες της περιοχής. Για το λόγο αυτόν, αναφέρεται στην «πολιτισμική ταυτότητα» των πληθυσμού τους, την οποία συνδέει με τον πολιτικό σκοπό του τουρκικού κράτους, για να νομιμοποιήσει «τη διεύρυνση της κλίμακας των πολιτικών επιδιώξεων» της Άγκυρας, πέρα από τα σύνορα του τουρκικού κράτους.
Αυτό είναι το «ιδεολογικό φόντο» που αναζητά ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, για την πολιτική νομιμοποίηση της Άγκυρας στην υπεράσπιση των γεωπολιτικών της ορίων, πέρα από τα σύνορα του τουρκικού κράτους. (12)
 Στο πλαίσιο του «Στρατηγικού Βάθους», η πολιτισμική ταυτότητα χρησιμοποιείται για την ενεργοποίηση της κοινωνίας στην επιδίωξη των πολιτικών στόχων της Άγκυρας,

Το «Στρατηγικό Βάθος», είναι μία καθαρά θεωρητική γεωπολιτική ανάλυση της νεο-ισλαμικής διακυβέρνησης, με αντικειμενικό σκοπό τη δημιουργία μίας νέας γεωπολιτικής τάξης στην περιοχή.
Το ισλαμικό στοιχείο χρησιμοποιείται για να συνθέσει το απαραίτητο κοινωνικό «φόντο», που νομιμοποιεί τη στρατηγικό γεωπολιτικό βάθος της Τουρκίας. Αναβιώνει με τον τρόπο αυτόν, το κοινό σε όλους τους πληθυσμούς της περιοχής (και ελπίζοντας, προφανώς ο ίδιος ο συγγραφέας, ξεχασμένο στις ιστορικές «λεπτομέρειές» του)  οθωμανικό παρελθόν, πίσω από τον σύγχρονο πολιτικό σκοπό. Τον οποίο έτσι νομιμοποιεί,   προσφέροντας την οθωμανική  «ειρήνη» στις κυβερνήσεις της περιοχής, με τη μορφή πακέτου «έτοιμων ιστορικών λύσεων» και  με την πολύ δελεαστική ονομασία: «μηδενικά προβλήματα»!
Μέσω της ιδεολογίας του νεο-οθωμανισμού, γίνεται εφικτή η συνένωση όλων των φαινομενικά αντιφατικών μεταξύ τους δεδομένων και στοιχείων σε έναν ενιαίο σχεδιασμό στρατηγικής, ο οποίος προσφέρει στο τουρκικό κράτους τη δυνατότητα να «κλιμακώσει το  εύρος των επιδιώξεών του» στον ευρύτερο  περίγυρό του,  βγαίνοντας από τα μέχρι σήμερα στενά όρια της άμυνας των συνόρων του.
Για το λόγο αυτό  το «Στρατηγικό Βάθος» θα πρέπει να ερμηνεύεται, κυρίως, με πολιτικούς όρους, που προσδιορίζονται από τις επιδιώξεις της τουρκικής νεο-ισλαμικής πολιτικής ελίτ, για επέκταση της τάξης της στον ευρύτερο γεωπολιτικό της περίγυρο. Ο πολιτικός αυτός σκοπός, θα ήταν λάθος αν ερμηνευόταν με κοινωνικούς όρους. Η Υλοποίηση της νέας Γεωπολιτικής Ταυτότητας της Άγκυρας, μεταξύ Ανατολής και Δύσης, μέσα από την περιφερειακή νεο-οθωμανική Διακυβέρνηση
Μέσα από το κοινωνικό ισλαμικό «φόντο» της Ευρασίας, παρουσιάζεται ως φυσιολογική η ενσωμάτωση των χωρών της περιοχής και η απορρόφηση της εξουσίας που ασκούν σε αυτά οι πολιτικές ελίτ των εθνών τους, σε  ένα υπερ-εθνικό κοσμοπολίτικο σχήμα νεο-οθωμανικής διακυβέρνησης. Η μελλοντική προβολή του «Στρατηγικού Βάθους»,  θα περιλαμβάνει ολόκληρη την περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου ενσωματωμένη σε ένα πολυπολιτισμικό και πολυεθνικό πολιτειακό μόρφωμα, που θα έχει  κυρίαρχο δομικό στοιχείο του το Ισλάμ και   μοναδικό (κατά Νταβούτογλου) νομιμοποιημένο ιστορικά πολιτικό του κέντρο: την Άγκυρα!
Κατά τον Νταβούτογλου, ολόκληρος ο χώρος γύρω από την Ανατολική Μεσόγειο οριοθετείται από τα γεωπολιτικά όρια της Τουρκίας, τα οποία ξεχωρίζει σαφώς από τα «πολιτικά σύνορα» του σημερινού τουρκικού κράτους.  Ο χώρος ανάμεσα στα σύνορα του τουρκικού κράτους και τα γεωπολιτικά του όρια, είναι ο διευρυμένος φυσικός χώρος της νεο-οθωμανικής τάξης. Για την εγκαθίδρυση της τάξης αυτής, η Άγκυρα καλείται να εφαρμόσει «πολιτική περικύκλωσης», με άξονα τα Βαλκάνια!  Πρόκειται  για προσπάθεια «ειρηνικής» οικοδόμησης ενός   καινούργιου γεωπολιτικού ηγεμονικού σχήματος, στην περιοχή.
Ο Νταβούτογλου, θέλει να αγνοήσει τα πολυποίκιλα πολιτισμικά στοιχεία και τις διαφορετικές επιρροές που έχουν διαμορφώσει την  κουλτούρα των πληθυσμών της Ανατολικής Μεσογείου, από τον Εύξεινο μέχρι το Σουέζ και από το Ιόνιο, μέχρι την Αραβική Θάλασσα.
Το «Στρατηγικό Βάθος» αποτελεί τον «άξονα κίνησης», πάνω στον οποίο η Τουρκία ενδέχεται να επιδιώξει μία ευρύτατη γεωπολιτική αναθεώρηση σε ολόκληρη την περιοχή του στρατηγικού της ενδιαφέροντος, στην Ανατολική Μεσόγειο: από την Αδριατική μέχρι την Κασπία και από τον Εύξεινο μέχρι την Αραβική Θάλασσα, δημιουργώντας νέο «status quo» στην περιοχή και ένα εντελώς νέο Τουρκικό κράτος. Αλλάζοντας τα γεωπολιτικά δεδομένα ολόκληρης αυτής της περιφέρειας!
Ο Νταβούτογλου, προσπαθεί να επωφεληθεί από την αδυναμία  του Δυτικού ρεαλισμού να παράγει πολιτική για τα κρίσιμα ζητήματα της Ανθρωπότητας, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, όσο και από την αδυναμία του Αραβικού εθνικισμού να διαμορφώσει πολιτική πρόταση για την περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Εισάγει μία πρόταση για την περιοχή, στην οποία  επιχειρεί να προσδώσει κοινωνική δυναμική,  που κινεί την πολιτική  προς το αναπόδραστο νεο-οθωμανικό σχήμα διακυβέρνησης.
Στην πρόταση Νταβούτογλου εμφανίζεται έντονα το  ανθρωπολογικό στοιχείο. Όχι όμως ως ένα επιστημονικό πεδίο ενδιαφέροντος, σχετικά με εκδηλώσεις αφύπνισης των πληθυσμών στον απέραντο κόσμο του Ισλάμ και γένεσης  ανθρωποκεντρικών ιδεών  που θα  δημιουργούσαν ένα νέο ρεύμα ανθρωπισμού. Κάτι τέτοιο θα  διαμόρφωνε πραγματικές συνθήκες ανάδυσης της πολιτικής έκφρασης ενός  συμπαγούς γεωπολιτικού σχηματισμού με βαθύ κοινωνικό υπόστρωμα, που θα πρέσβευε μία νέα πρόταση-πρόκληση προς την Ανθρωπότητα.
Η διάγνωση τέτοιων στοιχείων θα απαιτούσε περαιτέρω ανάλυση, με γνώμονα την ανάδειξη ευρημάτων που θα επιβεβαίωναν την αρχική υποψία ότι πρόκειται για το «πρελούδιο» μίας  μεταστροφής της ανθρωπότητας προς έναν νεο-ιδεαλισμό.
Αντίθετα, ο Νταβούτογλου χρησιμοποιεί τους πληθυσμούς του κατακερματισμένου από κράτη  Ισλάμ, με καθαρά πολιτικό σκοπό, επιχειρώντας την πολιτική παρέμβαση στις ισλαμικές κοινωνίες τεχνητά «από πάνω». Επιχειρεί, δηλαδή, να εντάξει την κοινωνία στον πολιτικό σκοπό του εγχειρήματός του. Προσπαθεί, έτσι, να δημιουργήσει το κατάλληλο ιδεολογικό «φόντο» του νεο-οθωμανικού πολιτικού σχήματος, που θα ενώνει τους πληθυσμούς ολόκληρης της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου, από την Αδριατική μέχρι την Κασπία και από τον Εύξεινο μέχρι την Αραβική Θάλασσα, σε μία συμπαγή γεωπολιτική οντότητα υπό τον μοναδικό έλεγχο της Άγκυρας. Η οντότητα αυτή, θα υπερβαίνει τα σημερινά κράτη της περιοχής και τις εσωστρεφείς πολιτικές της κυριαρχίας τους.
Ο Νταβούτογλου, επιχειρεί, έτσι, να ανατρέψει τα υπάρχοντα γεωπολιτικά δεδομένα  σε ολόκληρη της περιοχή,  με την κοινωνική δυναμική που φέρνει μέσα του ο νέο-οθωμανισμός. Και με την «εξωτερική συνδρομή» του κρατικού παράγοντα της νεο-ισλαμικής Τουρκίας, που εκφράζει αυτήν τη δυναμική στις διεθνείς σχέσεις. Η Αθήνα, αισθάνεται ήδη πολύ έντονα  τη νεο-ισλαμική αυτή « εξωτερική συνδρομή» στη Δυτική Θράκη. 
Επιπλέον, ο ανθρωπολογικός παράγοντας χρησιμοποιείται, για τη δημιουργία του σκηνικού της  γεωπολιτικής -ειρηνικής- αναθεώρησης στις κατεστημένες σχέσεις  Δύσης-Ισλάμ, που καθορίζουν την πολιτική τάξη στην  Ανατολική Μεσόγειο.
Ο νεο-ισλαμιστής υπουργός των Εξωτερικών, θέλει να αλλάξει αυτό το  ισοζύγιο. Αυτήν την «ειρηνική» αναθεώρηση υπαινίσσεται η Στρατηγική του Νταβούτογλου, με τη σημαία του νεο-οθωμανισμού. Για να  νομιμοποιήσει την Άγκυρα  ως  μοναδικό πολιτικό  κέντρο του ισλαμικού κόσμου της Ευρασίας,  που τον εκπροσωπεί απέναντι στη Δύση.
Σε αυτό το παγκόσμιο γεωπολιτικό «παιχνίδι», ο Νταβούτογλου γίνεται ο θεωρητικός εκφραστής της νέας εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας, που κλιμακώνει το εύρος των επιδιώξεών της πολύ πέρα από τα σύνορα του τουρκικού κράτους μέχρι εκεί που φτάνουν τα γεωπολιτικά του όρια.
Σε αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να ερμηνεύεται η «Στρατηγική» του Νταβούτογλου. Ως ένα θεωρητικό εργαλείο διεθνούς νομιμοποίησης των γεωπολιτικών επιδιώξεων της νεο-ισλαμικής τάξης της Άγκυρας. Είναι, δηλαδή, μία καθαρά θεωρητική κατασκευή, με σαφή πολιτικό σκοπό: την απόκτηση της ιδεολογικής και υλικής ισχύος του τουρκικού κράτους στη διεθνή τάξη.
Στο πλαίσιο του «Στρατηγικού Βάθους», ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών επιχειρεί να δημιουργήσει ένα καινοφανές σχήμα πολιτικής δομής διακυβέρνησης στην περιφέρεια. Αν αυτό το σχήμα θα λειτουργήσει συμπληρωματικά με την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση της ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ή ανταγωνιστικά, μένει να δειχθεί στο μέλλον.
Στην πραγματικότητα, η στρατηγική του Νταβούτογλου δεν αντλεί από πουθενά μία τέτοιας έκτασης δυναμική, που εμφανίζει  ιδεολογική και πολιτική ανατρεπτική ισχύ των σημερινών γεωπολιτικών δεδομένων. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών αυθαιρετεί και ακροβατεί μεταξύ αληθοφανούς περιγραφής των γεωπολιτικών δεδομένων της περιοχής, στα οποία θέλει να στηρίξει την πρότασή του και χονδροειδούς ιστορικού ψεύδους.
Η πολιτική αξία του έργου του Νταβούτογλου έγκειται αφενός στην πειστικότητα ενός λογικοφανούς, στο πλαίσιο του φανταστικού, σεναρίου και καλά νοηματικά επεξεργασμένου, πλην ευφάνταστου, συγγραφικού αποτελέσματος, που μπορεί να χρησιμεύσει ως μέσον «εξαγώγιμης πολιτικής» της Άγκυρας στον ευρύτερο περίγυρο. Αυτός, άλλωστε, φαίνεται να είναι και ο αποκλειστικός σκοπός του έργου.
Αφετέρου, η επιστημονική του αξία έγκειται στην ενδελεχή ανάλυση των μεταψυχροπολεμικών συνθηκών στο διεθνές πεδίο και των πολιτικών μέσων που προσφέρονται για την ανάπτυξη της εξωτερικής πολιτικής της Άγκυρας, στον ευρύτερο χώρο της.
Μέσα από την ανάλυση αυτών των μέσων αναδύεται αβίαστα η εν δυνάμει ρόλος του τουρκικού παράγοντα, ως ενδιάμεσου μεταξύ της Δύσης και του  Ισλάμ, στο πλαίσιο του, κατά Νταβούτογλου, πολιτικού χαρακτήρα του Οθωμανισμού.

Ο Γεωπολιτικός χαρακτήρας  του «Στρατηγικού Βάθους»

Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, αντλεί το σύγχρονο γεωπολιτικό του επιχείρημα για τη Στρατηγική του, από το  πολιτικό  μόρφωμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με ένα άλμα μέσα στο χρόνο.  Συνδέει, μέσα στον ιστορικό χρόνο, τον «οθωμανισμό» με τον «τουρκισμό» και το κοσμικό κράτος της σύγχρονης Τουρκίας, για να νομιμοποιήσει σήμερα την Άγκυρα στην «κλιμάκωση του εύρους των επιδιώξεών της» εκτός των τουρκικών συνόρων.
Στο πλαίσιο αυτό, το τουρκικό κράτος θα επιδιώξει να κινήσει την πολιτική του πάνω στην ισλαμική κοινωνική πλατφόρμα, για να επεκτείνει τα γεωπολιτικά του όρια στην ευρύτερη περιοχή: μέχρι εκεί που έφθαναν, ή που θα έπρεπε να έφθαναν, με οδηγό το πολιτισμικό αποτύπωμα του «τουρκισμού», τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και με σύγχρονο πολιτικό κέντρο ολόκληρης αυτής της τεράστιας γεωπολιτικής μάζας, την Άγκυρα. 
Ο Νταβούτογλου, υπερβαίνει το σύγχρονο δυτικό πρότυπο οργάνωσης της παγκόσμιας τάξης, που απορρίπτει ως αναχρονιστικό το γεωπολιτικό σχήμα διακυβέρνησης. Δημιουργεί τη ψευδαίσθηση της συνέχειας στο χώρο και στο χρόνο των ίδιων συνθηκών, που δικαιολογούν την επανασύσταση και επανανομιμοποίηση του γεωπολιτικού σχήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με εκσυγχρονισμένο βεβαίως πολιτικό περίβλημα,  στο τρίγωνο μεταξύ Καυκάσου,  Μέσης Ανατολής και Βαλκανίων! 
Παρακάμπτει τη βαθύτατη επίδραση στις εθνικές βαλκανικές κοινωνίες της πολιτικής και θρησκευτικής (χριστιανικής) φιλοσοφίας στην αναζήτηση του «υπάρχοντος όντος» και της πηγής της συνείδησης. Και θέλει επίσης, να αγνοεί την εξέλιξη της σύγχρονης πολιτικής σκέψης των λαών της περιοχής μέσα από την επιρροή του «ορθού (φυσικού) λόγου», για την αναγνώριση της Αρχής του δικαίου, που καθορίζει τη σχέση που συνδέει το άτομο με την κοινωνία και το έθνος του και την πολιτική εξουσία που αυτό εκφράζει. Δηλαδή το έθνος κράτος.
Αυτήν ακριβώς την αξία του έθνους κράτους, ο Νταβούτογλου, αμφισβητεί. Προτείνει ένα υπερεθνικό νεο-οθωμανικό σχήμα διακυβέρνησης, το οποίο θα απορροφήσει την πολιτισμική και την εθνολογική πολυ-ποικιλότητα της περιοχής σε ένα κοινό για όλους τους λαούς πολιτειακό μόρφωμα, με κυρίαρχο δομικό του στοιχείο το ισλαμικό, υπό τον εξισορροπητικό έλεγχο της Άγκυρας! Επιχειρεί να πείσει για την αποτελεσματικότητα της γεωπολιτικής του πρότασης με την εφαρμογή της νεο-οθωμανικής τάξης ως συνεκτικό παράγοντα μεταξύ των πληθυσμών, που θα επαναφέρει την «ειρήνη», στην περιοχή. 
Όμως, στην πραγματικότητα, χρησιμοποιεί το πολιτισμικό στοιχείο ως στήριγμα, για να προσδώσει γεωπολιτικό «Στρατηγικό Βάθος» στην Τουρκία και δυναμικές ανάλογες με αυτές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην εξωτερική πολιτική της Άγκυρας. Έτσι, επαναφέρει τις διεθνείς σχέσεις στην εποχή του 19ου αιώνα, επιζητώντας, ενδεχομένως, την ανακαίνιση του «Ανατολικού Ζητήματος», με σύγχρονους όρους ισχύος της Άγκυρας.
Ο Νταβούτογλου εμφανίζεται, όσο και αν δεν το θέλει, ως «ηγεμονιστής». Τον ενδιαφέρει ένα συγκεντρωτικό μοντέλο  περιφερειακής  διακυβέρνησης της περιοχής,  με μοναδικό πόλο την Άγκυρα και επιχειρεί να πείσει για την  αποτελεσματικότητα της νεο-οθωμανικής τάξης, απέναντι στο «κενό» από την απουσία της ευρωπαϊκής διακυβέρνησης στα ζητήματα ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο και από την αποτυχία της Δύσης στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στο Παλαιστινιακό.
Σε αυτά τα σημεία προτάσσει τη χρησιμότητα του νέο-οθωμανικού περιφερειακού συστήματος διακυβέρνησης, ως διαμεσολαβητικού παράγοντα ανάμεσα στη Δύση και στο Ισλάμ,  με πολιτικό κέντρο την Άγκυρα. Ο ίδιος, επιχειρεί να εντάξει το «Στρατηγικό Βάθος» της Τουρκίας στη σύγχρονη διεθνολογική συζήτηση για την παγκόσμια τάξη, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Θέλει, ίσως, να δώσει τη νεο-ισλαμική ερμηνεία περί του «τέλους της Ιστορίας», που διατυπώνει, από πλευράς της Δύσης, ο αμερικανο-ιάπωνας νεο-φιλελεύθερος «οικονομιστής» Fukuyama. Και θέτει όλη αυτήν τη συσσωρευμένη γεωπολιτική του αντίληψη στην οικοδόμηση νέων σχέσεων μεταξύ των κοινωνιών  και της νέο-οθωμανικής εξουσίας, που θα εφαρμόζει την τάξη και τον δίκαιο  νόμο της στην περιοχή, ως εξέλιξη της ιστορικής πορείας των κοινωνιών της Ευρασίας. 
Οι κοινωνίες του Καυκάσου και των Βαλκανίων επηρεάστηκαν βαθειά από τις  ιδεολογικοπολιτικές συγκρούσεις μεταξύ Ανατολής-Δύσης, ευρισκόμενες εγγύς των μεγάλων δυτικοευρωπαϊκών κέντρων πολιτισμού και μεταξύ των δύο ανταγωνιστικών κέντρων των παγκόσμιων εξελίξεων στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Οι ιδεολογικο-πολιτικές αυτές επιρροές αποτυπώνονται στις κοινωνίες και τα κράτη ολόκληρης της περιοχής.
Ο Νταβούτογλου θέλει να θέσει στο περιθώριο των σημερινών πολιτικών εξελίξεων τα έθνη κράτη  της περιοχής και υποβαθμίζει τη σημασία που έχουν στην πολιτική κουλτούρα των πληθυσμών οι εθνο-απελευθερωτικές επαναστάσεις  της Βαλκανικής  τον 19ο αιώνα και η εμπειρία του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής από το έθνος κράτος. 
Επιχειρεί για το σκοπό αυτό να επανασυνδέσει πολιτισμικά και κοινωνικά τις περιοχές αυτές, σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο γεωπολιτικό «όλο», που καθορίζεται αποκλειστικά από το Οθωμανικό του παρελθόν!
Επαναφέρει έτσι την αντίληψη για τα Βαλκάνια του 19ου αιώνα περί μίας περιοχής που ευρίσκεται νοτίως του Δουνάβεως και αποτελεί αδιαίρετο τμήμα της Εγγύς Ανατολής, η οποία εκτείνεται προς τη Μικρά Ασία και τις παρευξείνιες περιοχές για να συναντήσει νοτιότερα τη Μέση Ανατολή και την Αραβική Χερσόνησο, αγκαλιάζοντας με τη χερσαία μάζα της ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Σε αυτόν τον χώρο προβάλλει η πολιτική οντότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σε αυτόν το χώρο αναφέρεται ο Νταβούτογλου: Την πηγή του «Ανατολικού Ζητήματος». 
Με το άλμα του στον ιστορικό χρόνο να φτάνει μέχρι το 1453, εμφανίζει τη συνέχιση στον πολιτικό χωροχρόνο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ως το ιδεατό (φαντασιακό) πολιτικό σχήμα, η αξία του οποίου είναι διαχρονική και προβάλλει και πάλι για να επανασυνδέει τα τμήματα της Ανατολικής Μεσογείου σε ένα ενιαίο γεωπολιτικό «όλο».. Δείχνει ότι θέλει να αγνοήσει και αυτήν ακόμα την αξία των δυτικών σχημάτων διαβούλευσης, που προωθούν, σήμερα, τον Ευρω-Μεσογειακό διάλογο, σε ευρέα πεδία αμοιβαίου ενδιαφέροντος μεταξύ του αραβικού κόσμου και της Δύσης. .
Το Στρατηγικό Βάθος αναφέρεται στην Οθωμανική «παρακαταθήκη». Η σημασία της οποίας εμφανίζεται να κυριαρχεί στην εξέλιξη της πολιτικής κουλτούρας των λαών της περιοχής, παρότι στερείται βαθύτερης οικουμενικής αξίας για την Ανθρωπότητα και τον παγκόσμιο πολιτισμό, μέσα τουλάχιστον από τα  οθωμανικά κείμενα και τα μνημεία που άφησε.
Σήμερα, θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κάποιος, ως εκφραστή των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων του Ανθρώπου, τον Σουλτάνο και την «Υψηλή Πύλη»! Θα ήταν εξίσου δύσκολο να συνδέσει την παρακαταθήκη που προσέφερε το  αναγεννησιακό ευρωπαϊκό πνεύμα στον σύγχρονο  Άνθρωπο, φωτίζοντας το δρόμο της εξόδου από τον Μεσαίωνα, με την Οθωμανική παρουσία στη Μεσόγειο και στην κεντρική Ευρώπη.

Ίσως, σήμερα να εμφανίζεται «κάμψη» στην ίδια την πνευματική εξέλιξη της Ανθρωπότητας, μετά από την ανάταση της Αναγέννησης. Κάτι, που θα πρέπει, ίσως, να ερμηνεύσουμε ως φυσιολογική «κόπωση» του ανθρώπινου πνεύματος να παράγει συνεχώς ιδέες και να δημιουργεί  σχηματικούς κόσμους,  ικανούς να ζήσουν αιώνια, πέρα από τις συγκυριακές καταστάσεις.
Μπορεί στη φαντασία του  Νταβούτογλου η «Υψηλή Πύλη» ουδέποτε να έπαυσε να υπάρχει στο συλλογικό πολιτικό υποσυνείδητο των λαών της περιοχής, ως μία ονειρική «ουτοπία». Επιχειρεί, συνεπώς, να την ανασύρει από το συλλογικό οθωμανικό υποσυνείδητο δίνοντάς της σάρκα, προσφέροντας περίπου την «κοινωνική λύτρωση» για τους πληθυσμούς της περιοχής!

Το εγχείρημα συνεπώς του ιδίου είναι να πείσει για τη σημασία της νεο-οθωμανικής του «πολιτείας». Ανατρέχει, έτσι, στο παλιό φθαρμένο και μισοσβησμένο από την ιστορική μνήμη της σύγχρονης ανθρωπότητας  οθωμανικό πολιτειακό μόρφωμα, επιχειρώντας να το «νεκραναστήσει» μέσα από το χώμα.
Καταφεύγει, για αυτόν το σκοπό, στο πολιτισμικό στοιχείο του ισλαμικού κόσμου και στο οθωμανικό (κατά Νταβούτογλου) συλλογικό  υποσυνείδητο των μωαμεθανών της ευρύτερης περιοχής, που προσπαθεί να συνεγείρει..
Ανάγει, έτσι, το οθωμανικό σχήμα πολιτικής οργάνωσης  στη σύγχρονη πραγματικότητα, σε μία  προσπάθεια ιστορικής υπέρβασης. Και εδώ ακριβώς ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών όχι μόνο επιχειρεί να «εξαπατήσει» την ιστορία, αλλά και να «τεμαχίσει» την ανθρώπινη συλλογική μνήμη των κοινωνιών, διαγράφοντας ιστορικά κεφάλαια.
Οι μνήμες που άφησαν οι Οθωμανοί ως κληροδότημα στην Ανθρωπότητα, ανευρίσκονται, εκτός των άλλων, διάσπαρτες, εδώ και εκεί, σε διάφορα ιστορικά και λογοτεχνικά κείμενα. Ένα τέτοιο κείμενο είναι και η  περιγραφή που κάνει ο Σατωμπριάν, μεταφέροντας στο χαρτί, εικόνες από την πρώτη του επίσκεψη στην «Ελλάδα», τμήμα ακόμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τον Αύγουστο του 1806:
«Καθώς βαδίζαμε κατά την ελληνική συνοικία της Μεθώνης, θαύμασα τα τουρκικά μνήματα που τα ίσκιαζαν πελώρια κυπαρίσσια. Ανάμεσα στα μνήματα αυτά, που κοντά τους έσπαζαν τα κύματα, είδα γυναίκες τυλιγμένες σ’ άσπρα πέπλα κι όμοιες με σκιές: ήταν το μόνο πράγμα που μου ξαναθύμισε κάπως την πατρίδα των Μουσών. Το νεκροταφείο των χριστιανών είναι πλάϊ στο μουσουλμανικό: χωρίς ταφόπετρες και χωρίς δέντρα, δίνει την εντύπωση του αφανισμού. Μεγάλα νεροκολόκυθα που φυτρώνουν εδώ και κεί πάνω στους εγκαταλελειμμένους τάφους, μοιάζουν-με το σχήμα τους και με την ασπράδα τους- μ’ ανθρώπινα κρανία που κανείς δεν κοπίασε να τα θάψει. Τίποτε δεν είναι πιο πένθιμο από τα δυο αυτά γειτονικά νεκροταφεία, όπου βλέπει κανείς, ίσαμε την (σ.σ. ακόμα και στην) ισότητα και την ανεξαρτησία του θανάτου, τη διάκριση μεταξύ των τυράννων και των σκλάβων…» (Μετάφραση Κώστα Ουράνη, στο «Δικοί μας και Ξένοι», Βιβλιοπωλείο της Εστίας). 
Το «Στρατηγικό Βάθος» και ο πολιτικός ρεαλισμός της Άγκυρας
Σήμερα, διαπιστώνουμε ότι στην αποτυχία των δυτικών πολιτικών ελίτ να διαμορφώσουν πολιτική και πολιτειακή πρόταση για τη Ανατολική Μεσόγειο και τη σχέση Ισλάμ-Δύσης  επιχειρεί να απαντήσει η τουρκική νέο ισλαμική πολιτική τάξη, με το νεο-οθωμανικό σχήμα  διακυβέρνησής της.
Παράλληλα, εμφανίζει  προς τους αραβικούς πληθυσμούς που είναι απογοητευμένοι από τους ηγέτες τους,  μία αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση, που είναι ταυτόχρονα πρόταση για το Ισλάμ και παράλληλα, για τη Δύση, ώστε να αντισταθμίσει το δικό της πολιτικό έλλειμμα στην περιοχή. Η τουρκική ισλαμική ελίτ εμφανίζει την ίδια εναλλακτική πρόταση ως πρόταση που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή τόσο από τη Δύση όσο και από το ίδιο το Ισλάμ, ώστε να επανιδρύσει τη σχέση του δυτικού κόσμου με τον ισλαμικό κόσμο στο σύνολό του.
Στο νέο γεωπολιτικό του σχήμα για την περιοχή, ο Νταβούτογλου ξεχωρίζει τα «πολιτικά σύνορα» του τουρκικού κράτους από τα γεωπολιτικά του όρια τα οποία τοποθετεί πολύ πιό πέρα στον ευρύτερο χώρο που περιβάλλει το τουρκικό κράτος: Από την Αδριατική μέχρι την Κασπία και από τον Εύξεινο μέχρι την Αραβική Θάλασσα, με άξονα τα Βαλκάνια. 
Σε αυτήν την τεράστια γεωπολιτική μάζα, που είναι ο ιστορικός χώρος της Οθωμανικής, προβάλλει, σήμερα, η  Άγκυρα ως το πολιτικό  του κέντρο που ελέγχει τις εξελίξεις.
Το ερώτημα είναι λοιπόν αν το «Στρατηγικό Βάθος» μπορεί να γίνει πολιτικό «εργαλείο» για την κυβέρνηση της Άγκυρας, ώστε να επιδιώξει να επεκτείνει τη γεωπολιτική της ισχύ σε ολόκληρη αυτήν την περιφέρεια! 
Άμεσα και ενδεχομένως, μεσοπρόθεσμα και με πολύ τύχη, ναι, αν οδηγούσε σε ένα «εύπεπτο» και «βολικό» για όλες τις ενδιαφερόμενες πολιτικές πλευρές αποτέλεσμα, έστω και θεωρητικό!
Ο Άνθρωπος ρέπει προς τον μύθο και μάλιστα όταν κομίζει ένα αισιόδοξο μήνυμα!
Μακροπρόθεσμα όμως, είναι εγχείρημα με μεγάλες επισφάλειες, γιατί βασίζεται επί μη πραγματικού και πιθανότατα θα αποτελέσει «θανατηφόρα παγίδα» για τους ίδιους, που θα επιχειρήσουν να πραγματοποιήσουν τον  πολιτικό μύθο!
Πρόσφατο παράδειγμα; Η ίδια η ελληνική πολιτική που στηρίχθηκε σε μία  ακαδημαϊκή  φαντασίωση περί του σχήματος της «Ευρωπαϊκής Συμπολιτείας» αναγόμενη αυθαίρετα από την πολιτική ελίτ σε υπαρκτή διάσταση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Αποτέλεσμα ήταν να καταλήξει η χώρα σε «μη πολιτική»  για τον ευαίσθητο χώρο της ανατολικής Μεσογείου, ενσωματώνοντας όλους τους εθνικούς  στόχους της στην  ΚΕΠΠΑ. Εκεί, όπου βεβαίως δεν υφίσταται ευρωπαϊκή πολιτική βούληση παρέμβασης στη διευθέτηση των διεθνών διαφορών και όπου, τώρα, σπεύδει να κυριαρχήσει ο Νταβούτογλου με τη νεο- οθωμανική του  «Πολιτεία», καλύπτοντας το κενό ευρωπαϊκής πολιτικής πρότασης! Εμφανίζεται έτσι με την «οθωμανική κληρονομιά» να αναπληρώνει το πολιτικό «κενό» της Δύσης, της ΕΕ και του αραβικού κόσμου στην Ανατολική Μεσόγειο. 
Στο επίπεδο του διεθνούς ακαδημαϊκού διαλόγου για την παγκόσμια τάξη τον 21ο αιώνα, ο  Νταβούτογλου επιχειρεί να εκμεταλλευτεί τον δυτικό προβληματισμό για τη «μετά κράτος» παγκόσμια κοινωνία. Προσφέρει έτοιμο ένα φαντασιακό σχήμα νεο-οθωμανικού χαρακτήρα, το οποίο παρουσιάζει ως πολιτικά εφικτό, εφόσον, κατά τον ίδιο, έχει πολιτισμικές και ιστορικές ρίζες στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και μπορεί να διαδεχθεί τη διακυβέρνηση του έθνους κράτους.  Θα συνενώσει, έτσι, τους πληθυσμούς της περιοχής σε ένα υπερεθνικό  σχήμα περιφερειακής διακυβέρνησης, το οποίο θα εγγυάται την ειρήνη!
Όμως υποβαθμίζει τη  διαδικασία ενσωμάτωσης των Βαλκανίων στις ευρωπαϊκές δομές και τη σημασία της για την ειρήνη στην περιοχή.
Η Στρατηγική του  Νταβούτογλου υπερβαίνει τα κράτη και τις εθνικές κυριαρχίες, που στέκονται εμπόδιο στην ανάπτυξη των σταθερών δεδομένων ανάπτυξης του νεο-οθωμανού σχήματος, μέσα στο «τρίγωνο ισορροπίας μεταξύ Αιγύπτου-Τουρκίας-Ιράν» .
Σε σχέση λοιπόν με την πολιτική που θα πρέπει να ακολουθήσει η Άγκυρα με τα κράτη, κατά τον ίδιο, η Τουρκία, έχοντας υπόψη τις «ενδοπεριφερειακές αντιπαραθέσεις και κινδύνους στα Βαλκάνια, οφείλει να δώσει βάρος σε πολιτικές που περικυκλώνουν την περιοχή στο σύνολό της».
Στο πλαίσιο αυτό, προτείνει την ανάληψη από την Άγκυρα «καθοδηγητικού ρόλου σε κοινά σχέδια τα οποία θα καλύπτουν το σύνολο των Βαλκανίων». Αναφερόμενος ιδιαίτερα στη Δυτική Θράκη και το Κόσσοβο υποστηρίζει την «εξασφάλιση πολιτισμικών και εκπαιδευτικών δικαιωμάτων των εθνικών κοινοτήτων που διαθέτουν διαφορετικές κουλτούρες»,  που ο ίδιος θεωρεί δυναμικό στοιχείο στήριξης της γεω-πολιτικής ισχύος της Άγκυρας!.

Ο ίδιος, προβάλλοντας τον κοσμοπολίτικο και «δυτικοστρεφές»  πολιτικό χαρακτήρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανατρέχει στα «Τανζιμάτ» (1815) και τα συνδέει με το σημερινό νεο-οθωμανικό πολιτικό σχήμα. Θέλει έτσι να υπερβεί τους εθνικισμούς και τις ενδο-ισλαμικές έριδες στην περιοχή και να προβάλει ένα «σχέδιο ειρήνης» για τη Δύση και τη σχέση της με το Ισλάμ.
Η σχέση όμως αυτή, καταλήγει αναπόφευκτα σε δύο κομβικά σημεία, στα οποία η τουρκική διπλωματία θα δώσει το  δικό της «crash test» για το εφαρμόσιμο της «Στρατηγικού Βάθους»: την ισορροπία με την Τεχεράνη μέσα στον ισλαμικό κόσμο και την εξεύρεση ενός τρόπου συνεννόησης με το Ισραήλ, με γνώμονα την ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή. Αν ο Τούρκος υπουργός των Εξωτερικών τα καταφέρει, τότε, θα έχει κερδίσει σημαντικούς πόντους για να αποτελέσει σημαίνοντα παράγοντα στο Παλαιστινιακό! Την ίδια, όμως, διπλωματική δεινότητα θα πρέπει να  επιδείξει στο Αιγαίο και στο Κυπριακό.
Στο ρεαλιστικό πνεύμα των «μηδενικών προβλημάτων», η Άγκυρα προώθησε προς την Αθήνα την πρόταση για τη δημιουργία του «Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας» στο  πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η πρόταση αυτή, κινείται σαφώς μέσα στο σχεδιασμό του «Στρατηγικού Βάθους». Φιλοδοξεί να απορροφήσει την ελληνική εξωτερική πολιτική μέσα στον ευρύ πολιτικό  διάλογο για τα δεδομένα στήριξης  του νεο-οθωμανικής γεωπολιτικής ισχύος, στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Στον πυρήνα των δεδομένων αυτών βρίσκονται το πολιτισμικό ζήτημα της Δυτικής Θράκης και ευρύτερα, του μουσουλμανικού στοιχείου σε ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο και η (σχολική) εκπαίδευση της νεολαίας, στην οποία η Άγκυρα δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα, σε ότι αφορά  την ιστορία της Οθωμανικής περιόδου. 
Δεν είναι καθόλου περίεργο ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης, με την πανηγυρική ίδρυση του Συμβουλίου στην Αθήνα, συνοδεύεται παράλληλα από το τουρκικό «casus belli» και από πυκνές τουρκικές παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου στο Αιγαίο.
Θα διαπιστώσει κάποιος, μέσα από τα γραφόμενα του Νταβούτογλου, ότι η στρατιωτική ισχύς (και η δυνητική χρήση της) αποτελεί «δυναμικό δεδομένο» γεωπολιτικής ισχύος, μαζί με την οικονομία, για την υλοποίηση του «Στρατηγικού Βάθους».
Όση λοιπόν γοητεία και αν εκπέμπει σε ορισμένους κύκλους η συμπυκνωμένη κοσμοθεώρηση που  προσφέρει το νεο-οθωμανικό «όραμα». Όσο και αν οι πολιτικές υπεραπλουστεύσεις του «Στρατηγικού Βάθους» επιχειρούν να αντιστρέψουν ή να αποκρύψουν  το καθ’ όλα οφθαλμοφανές της τουρκικής σκοπιμότητας,  δεν αρκούν για να αναιρέσουν την πρόκληση για τα κράτη της περιοχής από τη νεο-ισλαμική Στρατηγική θεώρηση της Άγκυρας.
Οι γεωπολιτικές πιέσεις θα γίνουν περισσότερο αισθητές στον άξονα Αδριατικής και Ιονίου-Αιγαίου-Κύπρου, εκεί,  όπου οι κλιμακούμενες επιδιώξεις της Άγκυρας συναντούν τα ελληνικά ζωτικά συμφέροντα και τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας και της Κύπρου.  
Ιδιαίτερη σημασία θα έχει στον άξονα αυτόν, η επιδίωξη νομιμοποίησης τετελεσμένων από της Άγκυρα με τη χρήση στρατιωτικής ισχύος. Στο πλαίσιο του γεωπολιτικού «Στρατηγικού Βάθους», η στρατιωτική ισχύς αποτελεί «δυναμικό δεδομένο» στήριξης των γεωπολιτικών ορίων του τουρκικού κράτους, πολύ πέραν των πολιτικών του συνόρων. 
Η Στρατηγική σχέση της Άγκυρας με τη Δύση και οι λεπτές ισορροπίες με το ριζοσπαστικό Ισλάμ
Παρ’ όλα αυτά, θα πρέπει να μην ξεχνάμε στις αναλύσεις μας τα ευρύτερα γεωπολιτικά υπαρκτά σχήματα που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Το σημαντικότερο είναι το ΝΑΤΟ, μέσα από το οποίο εκδηλώνεται η παρουσία της Δύσης, αλλά και ο αυτόνομος Αμερικανικός παράγοντας,  που επηρεάζει την ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου.
Ο Νταβούτογλου είναι αναγκασμένος να ξεδιπλώσει τη στρατηγική του μέσα σε χώρο που αφορά την κοινή άμυνα της Δύσης, υπό τον έλεγχο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Είναι λοιπόν αναγκασμένος να επιδιώξει τους στρατηγικούς του στόχους, συνδέοντάς τους με τη στρατηγική της Δύσης στην περιοχή και με την ασφάλεια των δυτικών συμφερόντων.
Η στρατηγική του Νταβούτογλου (και είναι κάτι που ο ίδιος το αναγνωρίζει) δεν μπορεί να ανταγωνίζεται τη στρατηγική του ΝΑΤΟ, παρά μόνο να τη συμπληρώνει και να τη διευρύνει σε πεδία που το ίδιο το ΝΑΤΟ και η Δύση δεν μπορούν να το πράξουν. Αυτό άλλωστε είναι  το ένα σκέλος της προστιθέμενης αξίας της στρατηγικής του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών, προς τη Δύση. Το άλλο σκέλος, βλέπει  προς τον αραβικό κόσμο. 
Είναι λοιπόν αναγκασμένος να αναπτύξει τη στρατηγική του ενδιάμεσα, μεταξύ της Δύσης και του Ισλάμ, χωρίς να παρεκλίνει στο ελάχιστο, γιατί τότε θα χάσει, είτε προς τη μία, είτε προς την άλλη κατεύθυνση. Επειδή, όμως, η ισορροπία του «ενδιάμεσου» είναι η αξία της στρατηγικής του, αν χαθεί προς μία κατεύθυνση, θα χαθεί και για όλες τις άλλες.
Την ίδια στιγμή, λοιπόν, που θα πρέπει να καθησυχάζει τα φιλοδυτικά αραβικά καθεστώτα,   θα ανοίγει τις πόρτες της τουρκικής διπλωματίας προς την Τεχεράνη και το ριζοσπαστικό Ισλάμ, ενώ  ταυτόχρονα θα προβάλλει την εικόνα του κοσμοπολίτικου- οικουμενικού Ισλάμ προς τη Δύση.
Και ενώ, θα πείθει τον κόσμο του Ισλάμ για τις προοπτικές της παγκόσμιας ισχύος που θα του προσφέρει η Τουρκία, θα προσέχει να μην αφυπνίσει τον αραβικό εθνικισμό, ελπίζοντας να ακολουθήσει μέχρι το τέλος του δρόμου και η Τεχεράνη.
Και όλα αυτά θα συμβαίνουν, ενώ θα ακροβατεί στη σχέση με το Ισραήλ, που παραμένει, όσο και αν δεν αρέσουν οι πρακτικές του, ο παραδοσιακός δυτικός σύμμαχος στην περιοχή, με τον οποίο η Άγκυρα θα πρέπει να βρει αργά ή γρήγορα ένα «modus vivendi». Χωρίς αυτό, δεν μπορεί να προσβλέπει σε ενεργό της ρόλο στο Παλαιστινιακό.
Η απόσταση ανάμεσα στην επιτυχία και την καταστροφή είναι ελάχιστη για τον Νταβούτογλου και μάλιστα, όταν σχοινοβατεί πάνω από τα «αναμμένα κάρβουνα» της Μέσης Ανατολής, έχοντας ανοικτά και τα άλλα μέτωπα.
Έχει να αντιμετωπίσει το Κουρδικό και βεβαίως, σε καθαρά πολιτικό επίπεδο, το ζήτημα των εθνοκαθάρσεων του παρελθόντος. Ενώ το Κυπριακό και το Αιγαίο, παραμένουν ανοικτά ζητήματα στην πολιτική ατζέντα της περιοχής, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της ελληνικής πλευράς να μην «ενοχλήσει» ιδιαίτερα την Άγκυρα. Και οι δύο πλευρές, με την Τουρκία να μην έχει τίποτα να χάσει στο Αιγαίο από τα ήδη κεκτημένα της με βάση τις διεθνείς Συνθήκες, επιχειρούν να περάσουν τα προβλήματα αυτά σε μία  συγκλίνουσα τροχιά «κατανόησης», αν όχι  «συναντίληψης» μεταξύ τους.
Η ανατροπή της Γεωπολιτικής ισορροπίας  Ελλάδας-Τουρκίας στη Μεσόγειο
Ο κοινός άξονας της ιστορίας, της γεωγραφίας και του πολιτισμού πάνω στον οποίο κινείται το «Στρατηγικό Βάθος» της Τουρκίας,  συνδέει άμεσα τους πολιτικούς στόχους της σύγχρονης Άγκυρας, με το γεωπολιτικό «βάθος» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η θεωρητική αντίληψη του «Στρατηγικού Βάθους», προσφέρει τη δυνατότητα προσαρμογής και συνδυασμού μεταξύ τους, για πρώτη φορά, πολυποίκιλων και αντιφατικών δεδομένων και στοιχείων, μαζί με τη στρατιωτική ισχύ, πάνω σε έναν μοναδικό σχεδιασμό στήριξης της γεωπολιτικής ισχύος της Άγκυρας.
Η δυνατότητα αυτή, αποτελεί αδιάψευστη απόδειξη του συντονισμού μεταξύ της πολιτικής και της στρατιωτικής ηγεσίας της Άγκυρας, για την επιδίωξη των στόχων του «Στρατηγικού Βάθους», κάτω από τη διακυβέρνηση του Πρωθυπουργού Τ. Ερντογάν.
Η νέα στρατηγική, επιδιώκει να καταστεί η Άγκυρα πόλος γεωπολιτικής ισχύος (40) που θα υλοποιεί τη νέα γεωπολιτική ταυτότητα της Τουρκίας στο σύγχρονο κόσμο: η Άγκυρα, σήμερα, τοποθετεί τον εαυτό της  στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της Δύσης  και της Ισλαμικής Ανατολής, δίνοντας οριστικό τέλος στην ταλάντευσή της μεταξύ του «συνθηματικού εκδυτικισμού» και του «συναισθηματικού τριτοκοσμισμού»,  που μέχρι χθες εναλλάσσονταν «σύμφωνα με την προσωπικότητα του εκάστοτε υπουργού Εξωτερικών». 
Με τη νέα της Ευρασιατική ταυτότητα, η Τουρκία θα μεταφέρει τα συμφέροντα της ασφάλειάς της πολύ πέρα από τα σύνορα του τουρκικού κράτους, μέχρι εκεί όπου τοποθετεί τα γεωπολιτικά της όρια, απελευθερώνοντας τη στρατηγική της από τα στενά όρια άμυνας των συνόρων.
Με αυτόν τον τρόπο, απορροφά τις παλαιότερες κεμαλικές επιδιώξεις για μία «ζώνη ασφάλειας» γύρω από το τουρκικό κράτος, στον ενιαίο σχεδιασμό του «Στρατηγικού Βάθους».  Απορροφά έτσι την πολιτική «εθνικής ασφάλειας» του κράτους μέσα σε ένα πολύ μεγαλύτερου εύρους πεδίο ασφάλειας των γεωπολιτικών ορίων (frontiers) του τουρκικού κράτους, «μεταξύ Βαλκανίων, Καυκάσου και Μέσης Ανατολής»! Ο Νταβούτογλου,  διακρίνει σαφώς τα γεωπολιτικά αυτά όρια  από τα σύνορα του τουρκικού κράτους. 
Αν πράγματι η Τουρκία επιχειρήσει να υλοποιήσει ένα τέτοιο εύρος γεωπολιτικών επιδιώξεων τότε, σε σχέση με την Ελλάδα, οι συνέπειες θα είναι καθοριστικές για τις ισορροπίες και θα αντιστρέψουν πλήρως τα μέχρι σήμερα δεδομένα: καθόσον, το επιδιωκόμενο «Στρατηγικό Βάθος» της Τουρκίας αναιρεί στο Αιγαίο και στη Δυτική Θράκη τα τελευταία αποτελέσματα της ελληνικής «Μεγάλης Ιδέας», που είναι οι Συνθήκες της Λωζάνης. Ούτως ή άλλως, η διεύρυνση της ασφάλειας του τουρκικού κράτους πολύ πέραν των συνόρων του, για να καλύψει τα γεωπολιτικά του όρια, με άξονα τα Βαλκάνια, ακυρώνει τη στρατηγική της Αθήνας για ενσωμάτωση των αντίστοιχων ενδιαφερόντων της Άγκυρας, εντός της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ!..
Αν η Άγκυρα εφαρμόσει σε ένα τόσο μεγάλο εύρος αυτήν τη στρατηγική της επιδίωξη, με δυναμικούς όρους γεωπολιτικής ισχύος, που θα ανατρέπουν την υπάρχουσα ισορροπία, τότε, θα επιχειρήσει να καταστήσει την Ελλάδα «ηπειρωτική χώρα» και να περιορίσει δραματικά τη δράση της στη θάλασσα, αποκόβοντας τον ελληνισμό από το φυσικό  του περιβάλλον: Τη Μεσόγειο.
Με την εξουδετέρωση ή τη μείωση της ελληνικής παρουσίας στη θάλασσα, η Άγκυρα προβάλλει ως μοναδική ναυτική δύναμη και τη Τουρκία βγαίνει επιτέλους από τον ηπειρωτικό της απομονωτισμό,  για να καταστεί «ναυτική χώρα». Έτσι, αναθεωρεί πλήρως τα γεωπολιτικά και ιστορικά δεδομένα της περιοχής και τις ισορροπίες με το ελληνικό δυναμικό στοιχείο!  
Σε παρόμοιες συνθήκες πλήρους ανατροπής της ισορροπίας με την Ελλάδα, η  Άγκυρα θα επεδίωκε να περιορίσει την ελληνική γεωπολιτική παρουσία σε ολόκληρη τη θαλάσσια περιοχή του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, μέσω νομικών νεολογισμών, που θα θεμελιώνουν ένα ειδικό  καθεστώς περιορισμένης ελληνικής κυριαρχίας στο Ανατολικό Αιγαίο. Ειδικότερα, μέσω:
α)της απεθνικοποίησης των ελληνικών νησίδων που παρεμβάλλονται σε ευρείες θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο τις οποίες η Τουρκία εντάσσει στις «γκρίζες ζώνες»
β)της μονομερούς από ελληνικής πλευράς αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου και της ένταξης του υπερκείμενου  αυτών εναέριου χώρου στο τουρκικό FIR διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερο καθεστώς κυριαρχίας στην περιοχή, που θα βρίσκεται εκτός ελληνικής αμυντικής ικανότητας.
γ)της κατάτμησης της ελληνικής ΑΟΖ(Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης) και της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και της κατάργησής της στο Ανατολικό του τμήμα. 
δ)της αποκοπής της γεωπολιτικής σύνδεσης μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, στην περιοχή του νοτιο-ανατολικού Αιγαίου, με πρώτο βήμα, την κατάργηση της ελληνικής ΑΟΖ στην περιοχή του Καστελόριζου, όπου στο νοτιότερο σημείο της  συναντάται με την ΑΟΖ της Κύπρου.
Η Τουρκία, στο πλαίσιο αυτό, θα επιχειρούσε να νομιμοποιήσει πολιτικά  αυτό το νέο καθεστώς μέσα σε ένα νέο σχήμα ασφάλειας της περιοχής, αρχικά με το πολιτικό σχήμα της «συγκυριαρχίας» στο Αιγαίο. Δημιουργείται έτσι μία  εκτεταμένη θαλάσσια ζώνη τουρκικών συμφερόντων, καθ’ όλο το μήκος των μικρασιατικών ακτών, που θα ενώνει τον Εύξεινο με τη Μεσόγειο. Οι νέοι αυτοί γεωπολιτικοί όροι, εφόσον θα ίσχυαν, θα συρρίκνωναν δραματικά το χώρο της ελληνικής επικράτειας και θα εξουδετέρωναν τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, που απορρέουν από τη διεθνή Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας και από το καθεστώς των διεθνών Συνθηκών της Λωζάνης (1923) και των Παρισίων(1947).
Η  Άγκυρα μέσα στο νεο-οθωμανικό σχήμα θα απορροφούσε τα πολιτικά σύνορα της Λωζάνης στο Αιγαίο και στη Δυτική Θράκη, χωρίς να είναι αναγκασμένη να προβεί σε στρατιωτικά δραστικά μέτρα, παρά μόνο ως υποστήριξη  για τη νομιμοποίηση τετελεσμένων. Θα επιχειρούσε παράλληλα να απορροφήσει τις όποιες ελληνικές αντιδράσεις, μέσα από την πολιτική διαδικασία της «ειρηνικής ενσωμάτωσης» στο νέο γεωπολιτικό σχήμα.
Μία παρόμοια στρατηγική επιδίωξη από πλευράς Τουρκίας, θα έτεμνε από δυσμάς προς ανατολάς  το Αιγαίο στα δύο και θα περιόριζε την ελληνική ΑΟΖ και την ελληνική υφαλοκρηπίδα πλησίον της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας, στα ανοιχτά της Εύβοιας. Η Άγκυρα, έτσι, θα απελευθέρωνε την τουρκική έξοδο από ολόκληρη την ακτογραμμή της μικρασιατικής γης προς το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, για να αποκτήσει δικαιώματα στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα της Ανατολικής Μεσογείου, μέχρι εκεί που συναντά την ΑΟΖ της Αιγύπτου. Παράλληλα, θα άνοιγε έναν ευρύ θαλάσσιο διάδρομο για να αποκτήσει ευθεία ναυτική πρόσβαση προς το Ιόνιο και την Αδριατική και να θεμελιώσει μία ενιαία ζώνη τουρκικών οικονομικών συμφερόντων, μεταξύ του Αιγαίου, του Ιονίου και της Αδριατικής.
Η Άγκυρα, έτσι, θα θεμελίωνε τουρκικά οικονομικά δικαιώματα και συμφέροντα σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο: από την Αδριατική μέχρι το Αιγαίο και από την Κρήτη και την Κύπρο, σε ολόκληρη τη θαλάσσια περιοχή που συνορεύει με την ΑΟΖ της Αιγύπτου.
Με βάσει τις οικονομικές αυτές ζώνες, η Άγκυρα θα επεδίωκε να εγκαθιδρύσει περιοχές ζωτικών συμφερόντων ασφάλειας του τουρκικού κράτους, με το νεο-οθωμανικό γεωπολιτικό σχήμα του, που θα ξεδιπλώνει σταδιακά τα οικονομικά, πολιτισμικά και πολιτικά ενδιαφέροντά του σε ολόκληρη αυτήν την περιοχή! Έτσι το «Στρατηγικό Βάθος» ανοίγει την «ομπρέλα» της νέας αρχιτεκτονικής της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, με πολιτικό κέντρο την Άγκυρα, καθιστώντας την Ελλάδα «ηπειρωτική χώρα» με απώλεια άνω του μισού των ακτών της και ανυπολόγιστων οικονομικών πόρων της.
Οπωσδήποτε όλα αυτά είναι σενάρια, που θα μπορούσαν όμως να βρουν τη θέση τους σε μία στρατηγική  που θα εφάρμοζε η Τουρκία, για την αναθεώρηση σε «βάθος» του γεωπολιτικού χαρακτήρα ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η Άγκυρα επιθυμεί την αναθεώρηση του κυριαρχικού καθεστώτος στο Αιγαίο. Το αληθινό ερώτημα είναι: μέχρι ποιάς έκτασης αναθεώρηση επιθυμεί, μέσα από ποιές διαδοχικές φάσεις και σε ποιούς πολιτικούς χρόνους και ποιά μέσα είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει, σε συνδυασμό με τους ευρύτερους  νεο-οθωμανικούς της σκοπούς.
Απέναντι σε  τέτοιο ενδεχόμενο ευρύ αναθεωρητισμό, θα πρέπει η Αθήνα να προχωρήσει στην εξέταση  εναλλακτικών σεναρίων στο στρατηγικό της σχεδιασμό στο Αιγαίο και στη Δυτική Θράκη, θέτοντας νέους εναλλακτικούς στόχους, που θα απαντούν επιτυχώς στην κλιμάκωση των γεωπολιτικών επιδιώξεων της Άγκυρας, και που θα συνδυάζουν από ελληνικής πλευράς νέους «σταθερούς» παράγοντας γεωπολιτικής ισορροπίας με την Άγκυρα. Στο στρατιωτικό πεδίο, θα πρέπει να δοθεί προσοχή στην ανάκτηση του «βάθους» της ελληνικής άμυνας, που χάνεται με την ενδεχόμενη προώθηση του τουρκικού αναθεωρητισμού, με τη νέα του μορφή, στο Ιόνιο, συμβάλλοντας στην ανατροπή των γεωστρατηγικών δεδομένων.
Υπάρχει, συνεπώς, σοβαρό ενδεχόμενο οι προκλήσεις της Άγκυρας στον θαλάσσιο και εναέριο χώρο του Αιγαίου σε βάθος χρόνου, να επεκταθούν και στο Ιόνιο, ιδίως σε περιοχές του ΕΕΧ και των ελληνικών χωρικών υδάτων. Σε μία τέτοια περίπτωση, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνητική χρήση από το τουρκικό κράτος της στρατιωτικής ισχύος, για την επιδίωξη των γεωπολιτικών του ορίων με τη νομιμοποίηση τετελεσμένων.
Υπό το πρίσμα της υλοποίησης  του «Στρατηγικού Βάθους» οι ναυτικές δυνάμεις θα διαδραματίσουν πρωτεύοντα ρόλο στη στρατηγική ισορροπία Ελλάδας-Τουρκίας στο μέλλον. Από ελληνικής πλευράς, κάθε πολιτική άμυνας, που θα έχει συνέπειες στη μείωση της επιχειρησιακής ικανότητας  των ναυτικών δυνάμεων, θα αποβεί κρίσιμη για τη διατήρηση της ισορροπίας.
Κάτω από την προοπτική υλοποίησης του τουρκικού «Στρατηγικού Βάθους», η «ατζέντα» των ελληνοτουρκικών σχέσεων θα εξακολουθεί να βαραίνει από τα υπάρχοντα σε εκκρεμότητα θέματα αλλά ενδέχεται να επιβαρυνθεί και  με νέα ζητήματα:
-«πολιτισμικής αυτονόμησης» του μουσουλμανικού πληθυσμού στη Δυτική Θράκη που υποκρύπτει τη διοικητική αυτονόμηση και που μπορεί, σε κάποια στιγμή, να συναντηθεί με ανάλογες κινήσεις «πολιτισμικής  αυτονόμησης» των μουσουλμάνων της Βουλγαρικής Θράκης. Ο Νταβούτογλου υποστηρίζει με σαφήνεια  την «ενεργή χρήση σε διπλωματικό και στρατιωτικό επίπεδο των πεδίων επιρροής που θα δημιουργηθούν πέραν της μεθορίου της Ανατολικής Θράκης», ενώ «οι χώρες που θα δείξουν επιδεξιότητα στον ευέλικτο και δυναμικό χειρισμό των εναλλακτικών σχεδίων θα αυξήσουν την επιρροή τους» και «οι αδρανείς χώρες θα ολοένα και περισσότερο θα απομονώνονται».
-άρσης των περιορισμών για μαζική εισροή και εγκατάσταση μουσουλμάνων τουρκικής υπηκοότητας  από την  Ανατολία  στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Εξέλιξη, που θα καταστήσει την Άγκυρα  «ανώτατο πολιτικό ρυθμιστή» των σχέσεων του πληθυσμού αυτού με  τη  διοικητική αρχή των περιοχών, όπου κατοικούν.
-παράνομης μετανάστευσης μουσουλμανικών, κυρίως, πληθυσμών από τις μικρασιατικές ακτές, προς τις απέναντι ελληνικές νήσους και διασποράς τους προς τα μεγάλα αστικά κέντρα Αθήνας και Θεσσαλονίκης και σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο.
-διεύρυνσης της κλίμακας των γεωπολιτικών επιδιώξεων της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο και μεταφοράς του πεδίου  ανταγωνισμού με την Ελλάδα στο Ιόνιο
-διεύρυνσης του πολιτικού και στρατιωτικού άξονα της Τουρκίας με τη Αλβανία, ο οποίος ενδέχεται να διευρυνθεί προς τα Σκόπια, το Κόσσοβο και τη Βοσνία, σε εφαρμογή  της στρατηγικής «περικύκλωσης» στα Βαλκάνια.
-διεθνούς αναγνώρισης «Μακεδονικής εθνότητας», που ενδέχεται να θελήσει να εκμεταλλευτεί η Άγκυρα, με σκοπό να δημιουργήσει «μακεδονο-ισλαμικό» άξονα, που θα ανοίγει το στρατηγικό διάδρομο από τα Σκόπια και τα Κεντρικά Βαλκάνια προς το Αιγαίο.
-κυριαρχίας στο Αιγαίο, πάνω στους άξονες: των «γκρίζων ζωνών», του περιορισμού του εύρους του ελληνικού FIR (Περιοχής Πληροφοριών Πτήσης) του εύρους της ελληνικής ΑΟΖ και  κυριαρχίας στην υφαλοκρηπίδα, που συνδέουν στρατηγικά τον ηπειρωτικό χώρο της Ελλάδας με τον νησιωτικό της χώρο, σε έναν ενιαίο οικονομικό χώρο ελληνικών συμφερόντων. Σε συνδυασμό και με τον περιορισμό της ελληνικής ζώνης έρευνας και διάσωσης στο Ανατολικό Αιγαίο και του εύρους των ελληνικών χωρικών υδάτων και του ελληνικού εναέριου χώρου σε ολόκληρο το Αιγαίο και στο Ιόνιο, μαζί με την τουρκική αξίωση για αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
-εμβάθυνσης της οικονομικής εξάρτησης των νησιωτικών περιοχών του Ανατολικού Αιγαίου από την Τουρκία. Ενδέχεται να προλειαίνει το δρόμο για κοινές διοικητικές διαδικασίες υπό μορφή αμοιβαίων διευκολύνσεων με το Τουρκικό κράτος, για τη δημιουργία μίας «ζώνης ελεύθερου εμπορίου» και μετακινήσεων, που θα εξαιρείται από τους περιορισμούς της ελληνικής νομοθεσίας.
-«κοινών» διοικητικών ρυθμίσεων και «κοινών» πολιτικών μεταξύ των δύο χωρών,  σε ζητήματα που θα θέτει μονομερώς  η Άγκυρα στο «τραπέζι» του «Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας», τα οποία θα εγκλωβίζουν την ελληνική εξωτερική πολιτική μέσα στα «σταθερά» δεδομένα στήριξης της νεο-οθωμανικής γεωπολιτικής ισχύος, (της ιστορίας, του πολιτισμού, του πληθυσμού και της γεωγραφίας).
Κάτω από παρόμοιες δυναμικές συνθήκες, κάθε  πολιτική πρόταση για μείωση των εξοπλισμών, απ’ όπου και αν προέρχεται, θα πρέπει να συμβάλει πραγματικά στη σταθερότητα. Δεν θα πρέπει να περιορίζεται μόνο σε ποσοστιαίες οικονομικές αναφορές επί του ΑΕΠ της κάθε χώρας. Γιατί, τότε, δημιουργείται ο κίνδυνος διολίσθησης σε μονομερή μείωση από πλευράς του ασθενέστερου, που θα αποσταθεροποιεί τους όρους ασφάλειας για ολόκληρη την περιοχή.
Μία ολοκληρωμένη πολιτική αμοιβαίας μείωσης των εξοπλισμών, θα πρέπει να περιλαμβάνει:
-ποσοτικά κριτήρια, όσον αφορά τις συγκεκριμένες δυνάμεις που μειώνονται  αναλογικά από  τις εμπλεκόμενες πλευρές
-ποιοτικά κριτήρια, για την αναλογική μείωση ή κατάργηση ορισμένου τύπου οπλικών συστημάτων 
-γεωγραφικά κριτήρια, με καθορισμό περιοχών, όπου αυτές οι δυνάμεις θα σταθμεύουν ή απ’ όπου θα αποσύρονται  με γνώμονα τη διατήρηση της γεωστρατηγικής ισορροπίας και
-έναν αξιόπιστο μηχανισμό ελέγχου, με ομάδες για την επί τόπου (on the spot) επιβεβαίωση της τήρησης των όρων της μείωσης και με συστήματα παρακολούθησης των συμφωνημένων.
Κάθε πρόταση μείωσης των εξοπλισμών από την οποία απουσιάζουν αυτά τα στοιχεία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει πραγματικά στη σταθερότητα.
ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σελίδες