21/3/11

Η στάση της Ρωσίας απέναντι στην κρίση της Λιβύης και ο παράγοντας Γερμανία



Του Δημήτρη Μπεκιάρη
Όταν ήδη η κρίση στη Λιβύη βρισκόταν ήδη στο αποκορύφωμά της και ενώ η αντεπίθεση των κανταφικών δυνάμεων για την ανακατάληψη των ανατολικών περιοχών της χώρας βρίσκονταν σε εξέλιξη, ο Λίβυος ηγέτης Συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι είχε απευθύνει προσκλητήριο προς την Ρωσία, την Κίνα και την Ινδία για επενδύσεις στον πετρελαϊκό τομέα της χώρας, απειλώντας ταυτόχρονα τη Δύση με διακοπή των συμβολαίων με τις πετρελαϊκές της εταιρείες. Αυτές οι τρεις χώρες από την πρώτη στιγμή εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους αναφορικά με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη κατά της Λιβύης.

Την ίδια στιγμή διάφοροι κύκλοι διατύπωναν τη βεβαιότητα ότι η Μόσχα, έχει πραγματοποιήσει ολοκληρωτική στροφή εναντίον του Καντάφι, στη βάση της προσπάθειάς της να αποβάλλει το «στίγμα» τις στήριξης σε «τριτοκοσμικούς» ηγέτες. Ωστόσο, τα ρωσικά συμφέροντα είναι εξαιρετικά μεγάλα στη Λιβύη και αφορούν κυρίως τους τομείς της ενέργειας και των κατασκευών. Ωστόσο η στάση της Μόσχας έναντι της Λιβύης δεν υπαγορεύεται μόνο από τα τεράστια συμφέροντα στην περιοχή, αλλά και από τους πολιτικούς στόχους που θέτει η Ρωσία, μέσα και από την σύγκλιση με τη Γερμανία, όπως διαπιστώνεται όλο και περισσότερο το τελευταίο χρονικό διάστημα. Οι αντιρρήσεις τόσο της Γερμανίας, όσο και της Ρωσίας για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις των Γάλλων, των Βρετανών και των Αμερικανών συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής ακριβώς της σύγκλισης.

Η Ρωσία πάντως μετά την έναρξη των στρατιωτικών επιχειρήσεις των γαλλικών, των βρετανικών και των αμερικανικών δυνάμεων έσπευσε, όπως επίσης και η Βενεζουέλα, να καταδικάσει την στρατιωτική δραστηριότητα κατά της Λίβύης και του λαού της. Όπως δήλωσε ο εκπρόσωπος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών Αλεξάντερ Λουκάσεβιτς «Πολεμικές αεροπορικές δυνάμεις από μια σειρά δυτικές χώρες ξεκίνησαν στρατιωτική δράση κατά της Λιβύης στις 19 Μαρτίου. Η Μόσχα εκφράζει τη λύπη της για τη στρατιωτική αυτή ενέργεια». Και αν η Βενεζουέλα εξέφρασε επίσημα την πεποίθηση ότι οι πολεμικές επιχειρήσεις των Γάλλων, των Βρετανών και των Αμερικανών πραγματοποιούνται για τον έλεγχο του λιβυκού πετρελαίου, η Μόσχα έχει βαθύτατα σοβαρούς λόγους να παρακολουθεί, πέρα από μία απλή καταδίκη των πράξεων της Δύσης, τις εξελίξεις στην βορειοαφρικανική χώρα, οι οποίες δεν αποκλείεται να τροποποιήσουν σε μεγάλο βαθμό τα στρατηγικά πλάνα ισχυρών κρατών και πολυεθνικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου και του βορειοαφρικανικού χώρου.
Τα ρωσικά συμφέροντα
Μία από τις πλέον σημαντικές παραμέτρους της σχέσης που συνδέει τα ρωσικά συμφέροντα με τη Λιβύη του Καντάφι, είναι ο στρατιωτικός τομέας και πιο συγκεκριμένα τα εξοπλιστικά προγράμματα. Πολύ πρόσφατα, δηλαδή μόλις τον Ιούλιο του 2010, η Ρωσία και η Λίβύη υπέγραψαν συμφωνία 1,3 δισ. δολαρίων για την αναβάθμιση 200 αρμάτων μάχης T-72, ενώ μέρος αυτής της συμφωνίας αποτέλεσε η αγορά εξαιρετικά μεγάλου, αλλά απροσδιόριστου αριθμού ρωσικών πολεμικών αεροσκαφών και αντιαεροπορικών συστημάτων από τη Λιβύη. Η Λιβύη, από την περίοδο της Σοβιετικής Ένωσης ακόμη (τότε παρέλαβε τα T-72 από τη Μόσχα), μέχρι σήμερα, αποτελεί έναν από τους πλέον συνεπείς και μεγάλους εισαγωγείς ρωσικών εξοπλιστικών προγραμμάτων και όπλων. Η Λιβύη, όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει αγοράσει από την Ρωσία περίπου 2000 άρματα μάχης, 2000 TOMA και 450 πολυβόλα.
Μάλιστα παρά τις σημαντικές συμφωνίες που σύνηψε η Λιβυη με ισχυρά κράτη του δυτικού κόσμου τα τελευταία χρόνια, οι σχέσεις της Τρίπολης με τη Μόσχα παρέμειναν και παραμένουν εξαιρετικά ισχυρές. Σε πρακτικό επίπεδο, η συμφωνία του προέδρου της Ρωσίας με τον Ντμίτρι Μεντβέντεφ με τις κυρώσεις που επέβαλε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στη Λιβύη, τις προηγούμενες ημέρες, δεν θα μπορούσε να τροποποιήσει αισθητά το status quo, το οποίο προσδιοριζει τους ισχυρούς δεσμούς ανάμεσα στη Λιβύη και στη Ρωσία, παρά το γεγονός ότι το διάταγμα για επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Λιβύης συμπεριέλαβε την απαγόρευση προμήθειας όπλων, στρατιωτικού εξοπλισμού και πυρομαχικών.
Όμως, η προμήθεια εξοπλιστικών προγραμμάτων, συνιστά μόνο μία παράμετρο των ρωσικών συμφερόντων στη συγκεκριμένη βορειοαφρικανική χώρα. Πιθανότατα στην διπλωματική σκακιέρα, η κίνηση αυτή αποτελεί έναν ακόμη ρωσικό τακτικισμό και ελιγμό. Εξάλλου κανείς δεν είναι βέβαιος ότι μετά το τέλος της κρίσης ο Μουαμάρ Καντάφι θα έχει ανατραπεί. Πιθανότατα η Λιβύη θα έχει διασπαστεί και αυτό είναι ένα εξαιρετικά σοβαρό ενδεχόμενο, το οποίο άπαντε λαμβάνουν υπόψη. Εξάλλου η Ουάσιγκτον διαβεβαιώνει στο παρασκήνιο ότι «δεν κυνηγά» τον Καντάφι.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι, ενώ ήδη είχαν ξεσπάσει οι λαϊκές εξεγέρσεις στον βορειοαφρικανικό χώρο, στην Τυνησία και στην Αίγυπτο, λίγο πριν το ξέσπασμα της κρίσης στην Λιβύη, η ρωσική και η λιβυκή πλευρά είχαν προχωρήσει σε μία εξαιρετικά σημαντική συμφωνία στον τομέα της ενέργειας. Πιο συγκεκριμένα ο λίγες ημέρς πριν το ξέσπασμα των αντιδράσεων κατά του κανταφικού καθεστώτος, ο ρωσικό ενεργειακός κολοσσός Gazprom, είχε προχωρήσει σε ανακοινώσεις περί της απόκτησης του 33% των δικαιωμάτων στο τεραστίων διαστάσεων κοίτασμα «Elephant», το οποίο βρίσκεται στην δυτική επκράτεια της Λιβύης. Αν, σε ένα υποθετικό σενάριο, η Λιβύη διαπαστεί και ο Καντάφι διατηρήσει στην τον έλεγχο στην δυτική επικράτεια, τότε πιθανότατα η Ρωσία θα συνεργαστεί εκ νέου, έστω και αν το προηγούμενο χρονικό διάστημα στελέχη και εργαζόμενοι των ρωσικών συμφερόντων εταιρειών εγκατέλειπαν μαζικά τη Λιβύη.
Η αξία του ρωσικού μεριδίου στο «Elephant» αγγίζει τα 178 εκατ. δολάρια, ενώ την ίδια συμφωνία αντιμετώπισε θετικά ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Οι εξελίξεις, όμως, στη Λιβύη ήδη προκαλούν ζημιά στην Gazprom, αλλά, όπως λέγεται τη «χασούρα» θα καλύψει η αύξηση της τιμής του πετρελαίου, η οποία κάθε άλλο παρά ενοχλεί τη Μόσχα, δεδομένου ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα η Ρωσία έχει αυξήσει τις εξαγωγές πετρελαίου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Επίσης μεγάλη υπήρξε η ζημιά υφίστανται ήδη οι ρωσικές εξαγωγές, όπως επίσης και η ρωσική αμυντική βιομηχανία, αφού οι απώλειες για την «Ροσομπορονέξπορτ» υπολογίζονται σε 4 δισ. δολλάρια κυρίως εξαιτίας του εμπάρκγο στο εμπόριο όπλων το οποίο επέβαλλε ο ΟΗΕ.

Η σημασία του ρωσο-γερμανικού «άξονα»
Τόσο η Ρωσία, όσο και η Γερμανία αρνήθηκαν εξαρχής να συμμετάσχουν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή στη Λιβύη. Αυτή η ταύτιση ανάμεσα στη Μόσχα και στο Βερολίνο δεν θα πρέπει να θεωρείται ανεξάρτητη από την ευρύτερη σύγκλιση, η οποία διαπιστώνεται στις σχέσεις Ρωσίας – Γερμανίας το τελευταίο χρονικό διάστημα. Ενίοτε η ρωσογερμανική σύγκλιση αιτιολογείται και δικαιολογείται στη βάση της εξάρτησης της Γερμανίας από το φυσικό αέριο της Ρωσίας. Όμως, πολύ προσφατα, δηλαδή τον Αύγουστο του 2010 ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βολφγκαγκ Σόιμπλε, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στη Μόσχα, όπου είχε συνάντηση με τον Ρώσο ομόλογό του Αλεξέι Κουντρίν, αποκάλυψε τα ρωσογερμανικά σχέδια για στενή συνεργασία για τη μεταρρύθμιση του παγκόσμιου πιστωτικού συστήματος.
Ταυτόχρονα οι δύο υπουργοί συμφώνησαν ότι αναδυόμενες οικονομίες, όπως για παράδειγμα η Ινδία, η Ινδονησία, η Αργεντινή, το Μεξικό, η Βραζιλία, η Νοτιος Αφρική και άλλα κράτη θα έπρεπε να αποκτήσουν μεγαλύτερες δυνατότητες παρέμβασης στις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις. Πολύ νωρίτερα, τον Φεβρουάριο του 2009 ο πρωθυπουργός της Ρωσίας Βλαντιμίρ Πούτιν, ήταν εκείνος, ο οποίος είχε απευθύνει προσκλητήριο στη Γερμανία στον τομέα της ενέργειας δηλώνοντας «Είμαστε έτοιμοι να περάσουμε από την υλοποίηση προγραμμάτων ανά περίπτωση σε μια συμμαχία μεγάλης έκτασης ανάμεσα στη Siemens και στη Rosatom,η οποία θα είχε ενεργητική παρουσία στη Ρωσία,στη Γερμανία καθώς και σε τρίτες χώρες».
Η Ρωσία αποτελεί για τη Γερμανία έναν εξαιρετικά αξιόπιστο σύμμαχο στους τομείς των επενδύσεων και του εμπορίου. Επίσης το Βερολίνο πάντοτε θέλει να πείσει τη Ρωσία, ότι αυτό αποτελεί, και όχι για παράδειγμα το Παρίσι, τον πλέον αξιοπιστο συνομιλητή από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε τομείς, όπως για παράδειγμα της ασφάλειας. Εν τω μεταξύ τόσο το παράδειγμα των τελευταίων εξελίξεων στην ευρωζώνη, όσο και το πιο πρόσφατο της εκ διαμέτρου διαφορετικής αντίληψης ανάμεσα στο Βερολίνο και στο Παρίσι. για τα γεγονότα της Λιβύης, αποκαλύπτουν ότι ο περιβόητος άξονας Γαλλίας – Γερμανίας είναι πιο αδύναμος από ποτέ.
Οι αντιρρήσεις της Γερμανίας στο θέμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του κανταφικού καθεστώτος στη Λιβύη, συνιστούν ακόμη μία ένδειξη ότι η εμπιστοσύνη του Βερολίνου προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κλωνιστεί. Στο σκεπτικό του Βερολίνου βρίσκεται πάντοτε το ενδεχόμενο αξιοποίησης της βελτίωσης των σχέσεων με τη Μόσχα, ως μοχλού πίεσης προς τις ΗΠΑ, στο πεδίο των διεθνών ανταγωνιστικών σχέσεων. Σήμερα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις των των Γάλλων, των Βρετανών και των Αμερικανών σε βάρος της Λιβύης στηρίζονται στην απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Η στάση της Γερμανίας και η σταδιακή διαδικασία προσέγγισης με τη Μόσχα, όπως επίσης η στάση που τηρεί το Βερολίνο για την κρίση στη Λιβύη εμπεριέχουν ένα ακόμη εξαιρετικά σημαντικό στοιχείο: Την προσπάθεια πίεσης, ώστε η Γερμανία να αποκτήσει έδρα μόνιμου μέλους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
/www.newscode.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σελίδες