του
Περικλή Νεάρχου

Ο Ξέρξης, πριν αναλάβει τη μεγάλη εκστρατεία του κατά της Ελλάδος, έστειλε κήρυκες στην Αθήνα και τη Σπάρτη, όπως είχε κάνει προηγουμένως και ο πατέρας του, για να ζητήσουν «γην και ύδωρ», εθελούσια δηλαδή υποταγή των δύο πόλεων.Οι Σπαρτιάτες εξεμάνησαν τόσο πολύ για την ιταμότητα των «βαρβάρων», που παρεβίασαν και τον καθιερωμένο σεβασμό στο ιερό πρόσωπο των κηρύκων. Τους πέταξαν σ’ ένα πηγάδι για να πάρουν από εκεί «γην και ύδωρ».
Μετά τους μεγάλους και νικηφόρους περσικούς πολέμους, με αφορμή ένα μίασμα, οι Σπαρτιάτες έστειλαν θεοπρόπους στο μαντείο των Δελφών για να ζητήσουν χρησμό από την Πυθία και συμβουλή από τον θεό. Το μαντείο τους απάντησε ότι το μίασμα συνδέεται με την ιεροσυλία που διέπραξαν εις βάρος των κηρύκων του Ξέρξη. Οι Σπαρτιάτες βρίσκονταν τότε σε ανταγωνισμό με τους Αθηναίους για την ηγεμονία. Αυτήν που τους οδήγησε τελικά στον φοβερό αδελφοκτόνο Πελοποννησιακό πόλεμο.
Απεφάσισαν, λοιπόν, να επανορθώσουν και να αποκαταστήσουν τις διπλωματικές σχέσεις με τον Μεγάλο Βασιλέα. Έκαναν έκκληση γι’ αυτό να παρουσιασθούν εθελοντικά δύο νέοι Σπαρτιάτες, οι οποίοι να μεταβούν στα Σούσα, να παρουσιασθούν στον Μεγάλο Βασιλέα και να προσφερθούν για θανάτωση από τους Πέρσες ως αντάλλαγμα για τον θάνατο των δύο περσών κηρύκων.
Οι δύο νέοι ήταν ο Βούλις και ο Σπέρχις, που έκαναν την ανάβασή τους στα Σούσα ελεύθεροι, χωρίς κανενός είδους δεσμά ή φύλακες. Παρουσιάσθηκαν στο παλάτι και εξήγησαν τον λόγο για τον οποίο είχαν έρθει. Όταν το πληροφορήθηκε ο Μεγάλος Βασιλέας έμεινε κατάπληκτος. Ζήτησε να τους παρουσιάσουν ενώπιόν του. Οι «Αθάνατοι» σωματοφύλακές του προσπάθησαν με απειλές να τους λυγίσουν για να «προσκυνήσουν» τον Μεγάλο Βασιλέα. Αυτοί όμως αρνήθηκαν λέγοντας ότι προσκυνούν μόνο θεούς και όχι ανθρώπους και ότι δεν χρειάζεται να τους απειλούν με θάνατο, γιατί ακριβώς γι’ αυτό είχαν έρθει. Ο βασιλεύς των Περσών εκτίμησε την ανδρεία και τη φιλοπατρία τους. Δεν δέχθηκε να φανεί ο ίδιος λιγότερο μεγαλόψυχος. Έλαβε επίσης υπ’ όψιν τις προτροπές των συμβούλων του για τη σκοπιμότητα μιας διπλωματικής χειρονομίας προς τη Σπάρτη. Έστειλε, λοιπόν, πίσω ελεύθερους τους δύο σπαρτιάτες νέους.
Δεν αγωνίζεται κανείς και δεν θυσιάζεται για κάτι που δεν αγαπά και δεν θεωρεί ως υπέρτατη αξία
Το παράδειγμα των δύο νέων Σπαρτιατών είναι ένα από τα άπειρα παραδείγματα φιλοπατρίας που λαμπρύνουν την αρχαία αλλά και τη νέα ελληνική Ιστορία. Τι είναι όμως αυτό που κινεί σε μια τέτοια ηρωική στάση, θυσία και αυταπάρνηση; Προφανώς, αυτό που τόσο έξοχα